EDITORIAL

KURDISH VOICE

Συντάκτης: Περιοδικό Kurdish Voice, 6/10/2021

Απογοήτευση και απελπισία κυριαρχούν στην Άγκυρα μετά την 76η Σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, στις 21 Σεπτεμβρίου στην Νέα Υόρκη.

Πολιτικό αδιέξοδο για τα μεγαλομανή του σχέδια διέκρινε ο Ταγίπ Ερντογάν κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στις ΗΠΑ. Έχοντας επενδύσει στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, ιδίως μετά την πρώτη του συνάντηση με τον πρόεδρο Μπάιντεν στην οποία συζήτησαν τον ρόλο της Τουρκίας στο Αφγανιστάν, ο Ερντογάν «προσγειώθηκε απότομα» στην Νέα Υόρκη.

Το «ψυχρό ντους» που του είχαν ετοιμάσει οι αμερικανοί αξιωματούχοι, ξεκίνησε από τα εγκαίνια του «Τουρκικού Σπιτιού», στα οποία ο Ερντογάν είχε καλέσει την αμερικανική πολιτική ελίτ για να πραγματοποιήσει επαφές και συναντήσεις. Τελικά στην εκδήλωση δεν παρέστη κανείς από τον Λευκό Οίκο, στέλνοντας σαφή μηνύματα δυσαρέσκειας στην τουρκική πλευρά.

Η κατάσταση έγινε χειρότερη στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, για την οποία ο Ερντογάν είχε κινητοποιήσει όλα τα οικονομικά, διπλωματικά μέσα και φιλοτουρκικά λόμπι, με σκοπό να συναντήσει τον Τζο Μπάιντεν. Ωστόσο και αυτές οι προσπάθειες δεν απέδωσαν καθώς ο αμερικανός πρόεδρος τον απέφυγε επιδεικτικά. Η απογοήτευση του Ερντογάν αυξήθηκε περαιτέρω όταν μοίρασε στους ηγέτες των χωρών το νεοεκδοθέν βιβλίο του με τίτλο «Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός». Η πλειοψηφία των πολιτικών ηγετών που συμμετείχαν στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ αρνήθηκαν να πάρουν μαζί τους το βιβλίο, με τραγικό αποτέλεσμα οι σωματοφύλακες του Ερντογάν να μαζεύουν τα βιβλία άρον άρον από τα έδρανα για να μην το δει και στεναχωρηθεί ο «πρόεδρος».

Τι συνέβη όμως και υπήρξε μία τέτοια αναστροφή της αμερικανικής θέσης προς την Τουρκία; Πώς είναι δυνατόν πριν έναν μήνα ο υπουργός Εξωτερικών Μπλίνκεν να εξαίρει τους Τούρκους, αποκαλώντας τους πολύτιμους εταίρους στο Αφγανιστάν και τώρα οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ να είναι οργισμένοι και να μην θέλουν να τον συναντήσουν;

Ο λόγος έχει να κάνει ακριβώς με το Αφγανιστάν και με τις υποσχέσεις που είχε δώσει ο Ερντογάν σχετικά με τις επαφές που διατηρούσε με τους Ταλιμπάν, και την θέση που θα αναλάμβανε η Άγκυρα εντός της χώρας, προωθώντας τα αμερικανικά συμφέροντα.

Επρόκειτο βέβαια για μία απάτη, καθώς όλες οι τουρκικές υποσχέσεις κατέρρευσαν. Ο Ερντογάν όχι μόνο δεν κατάφερε να ελέγξει ή να περιορίσει τους Ταλιμπάν, αλλά εκδιώχθηκε κακήν κακώς από τη χώρα, ενώ απορρίφθηκαν και οι προτάσεις του για φύλαξη του αεροδρομίου της Καμπούλ.

Αυτή η εξαπάτηση προκάλεσε την οργή του Μπάιντεν, ο οποίος συνειδητοποίησε ότι ο Ερντογάν παραμένει αφερέγγυος.

Η αντίδραση του Ερντογάν ήταν η αναμενόμενη. Ενώ πριν μεταβεί στα Ηνωμένα Έθνη μιλούσε υπέρ των ΗΠΑ και της διμερής τους συνεργασίας, αναχωρώντας επέκρινε την αμερικανική στάση και έσπευσε στο Σότσι, όπου πραγματοποίησε συνάντηση με τον Ρώσο πρόεδρο Πούτιν, στις 29 Σεπτεμβρίου.

Προσπαθώντας να κρατηθεί από παντού, ο Ερντογάν επιχείρησε να ενισχύσει τις σχέσεις του με τη Μόσχα, για να λάβει και από εκεί όμως μια αρνητική απάντηση.

Από τη μία, ο Ερντογάν επιχείρησε να κερδίσει την εύνοια του Ρώσου προέδρου, κάνοντας λόγο για αγορά νέας παρτίδας πυραύλων S-400 και για τουρκικές επενδύσεις σε ρωσικούς πυρηνικούς αντιδραστήρες. Από την άλλη, ο Πούτιν, λίγες μέρες πριν τη συνάντησή τους, επέλεξε να βομβαρδίσει τους μισθοφόρους της Τουρκίας, στα τουρκοκρατούμενα Ιντλίμπ και Αφρίν, επιφέροντάς τους βαριές απώλειες. Το ρωσικό μήνυμα ήταν σαφές καθώς απέρριπτε την προσέγγιση του Ερντογάν, ενώ αν αναλογιστεί κανείς πως οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις στρατοπέδευαν δίπλα από τα χτυπήματα των Ρώσων, το μήνυμα του Πούτιν προς τον Ερντογάν μπορεί να εκληφθεί και ως απειλή: ο επόμενος είσαι εσύ.

Τώρα ο Ερντογάν επιχειρεί να κερδίσει χρόνο από τον Πούτιν μέχρι  τη συνάντηση των G20, μήπως και καταφέρει εκεί να συνομιλήσει με τον Μπάιντεν. Ο Ρώσος πρόεδρος φαίνεται όμως να καραδοκεί για μια στιγμή τουρκικής αδυναμίας. Παράλληλα διακρίνεται μια συνεννόηση ΗΠΑ – Ρωσίας σχετικά με την Μ. Ανατολή, καθώς οι Αμερικανοί στρέφουν την βαρύτητα τους στρατηγικά προς την Ασία.

Αυτό ακριβώς το κενό φιλοδοξεί να αξιοποιήσει ο Ερντογάν, όντας διατεθειμένος να κάνει το παν για να λάβει την νομιμοποίηση και την υποστήριξη από τις ΗΠΑ. Το όραμά του είναι διπλό: Αφενός να καταστεί «βιτρίνα» των αμερικανικών συμφερόντων στον ισλαμικό κόσμο (ως ηγέτης των ισλαμικών χωρών), και να εξασφαλίσει έτσι την παρουσία του σε Ιράκ και Συρία  αλλά στην πολιτική εξουσία της Τουρκίας. Αφετέρου, να αποτρέψει τις ΗΠΑ από το να βοηθήσουν τους Κούρδους, κυρίως στην περιοχή της Συρίας.

Το νεο-οθωμανικό όραμα ωστόσο απειλείται όσο ποτέ, με τις επικείμενες προεδρικές εκλογές του 2023 και τα χαμηλά ποσοστά του ΑΚΡ στις δημοσκοπήσεις. Στη δυσμενή γι’ αυτόν διεθνή κατάσταση, ο Ερντογάν δεν έχει μονάχα να αντιμετωπίσει τον Ρώσο και Αμερικανό πρόεδρο οι οποίοι φαίνεται να έχουν διαγνώσει την αναξιοπιστία του, αλλά και τη συμφωνία Γαλλίας – Ελλάδας η οποία δημιουργεί προβλήματα στους σχεδιασμούς του, καθώς και τον διαρκή κουρδικό αγώνα, ο οποίος αποτελεί διαχρονικό αγκάθι στις ιμπεριαλιστικές του βλέψεις.

Συντάκτης: Περιοδικό Kurdish Voice, 5/09/2021

Τις τελευταίες μέρες βιώνουμε την εκ νέου κατάρρευση του Αφγανικού κράτους.

Ενός κράτους το οποίο, ως γνωστόν, δεν οικοδομήθηκε με δημοκρατικές διαδικασίες από τους ίδιους τους κατοίκους του, αλλά υπήρξε ένα ακόμα προϊόν των αποικιοκρατικών πολιτικών της «δύσης». Οι ΗΠΑ, οι διεφθαρμένοι Αφγανοί πολιτικοί και οι Ταλιμπάν είναι οι υπεύθυνοι γι’ αυτή τη ζοφερή κατάσταση.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η όζουσα αυτή κατάσταση προσέλκυσε στο Αφγανιστάν τις πιο οπορτουνιστικές δυνάμεις της περιοχής – τους τζιχαντιστές και την Τουρκία.

Ο Ερντογάν, βλέποντας λαίμαργα την καταστροφή του αφγανικού κράτους, εποφθαλμιά για τον εαυτό του έναν ρόλο αρμοστή στη χώρα. Σε αυτό συνέβαλε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπάιντεν, ο οποίος είχε αναθέσει στον Ερντογάν την φύλαξη του αεροδρομίου της Καμπούλ. Αν και τα σχέδια αυτά ματαιώθηκαν de facto από την σαρωτική επέλαση των Ταλιμπάν στη χώρα, ο Ερντογάν και πάλι βγήκε κερδισμένος, για δύο λόγους.

Πρώτον, διότι η ανάθεση της αποστολής από τον Μπάιντεν, νομιμοποίησε τον Ερντογάν, , «ξεπλένοντας» έτσι τα εγκλήματα του τουρκικού καθεστώτος. Ο Ερντογάν βγήκε ενισχυμένος από τη συμφωνία του με τον Αμερικανό Πρόεδρο, προβάλλοντας τον εαυτό του στο εσωτερικό της χώρας και διεθνώς, ως αρμοστή των εξελίξεων, και την Τουρκία ως περιφερειακή δύναμη. Όλα αυτά συνέβησαν καθώς ο Ερντογάν παρατηρούσε την εκλογική του βάση να εκμηδενίζεται και την διεθνή του θέση να εξασθενεί, λόγω προσωπικών σκανδάλων, εγκλημάτων απέναντι στους Κούρδους, διαφθοράς και εν γένει αυταρχισμού του καθεστώτος του. Ως εκ τούτου, η συνεννόησή του με τον Μπάιντεν, αποτέλεσε μια σανίδα σωτηρίας για τον ίδιο, και μία πολιτική ενίσχυση την οποία αξιοποιεί στο έπακρο, εις βάρος των λαών της Τουρκίας και της υπόλοιπης περιοχής.

Δεύτερον, ο Ερντογάν αν και δεν κατάφερε να αναλάβει τη φύλαξη του αεροδρομίου της Καμπούλ, ωστόσο με το «άνοιγμα» που του πρόσφερε ο Μπάιντεν στο Αφγανιστάν, κατάφερε να προσεγγίσει και να προσεταιριστεί την ηγεσία των Ταλιμπάν. Σχεδόν υμνώντας δημόσια τους βάρβαρους Ταλιμπάν, οι Ερντογάν και Τσαβούσογλου επιδίδονται σε μία δημόσια καμπάνια φιλίας και εξευμενισμού του «θηρίου», κάνοντας λόγο για κοινές αξίες, κοινή ιδεολογία και θρησκευτικές πεποιθήσεις μεταξύ Ταλιμπάν και Τουρκίας. Με τον τρόπο αυτό, ο Ερντογάν χτίζει γέφυρες για να αποκομίσει προσωπικά οφέλη στη χώρα, έχοντας διακρίνει το πραγματικό σχέδιο των ΗΠΑ στην περιοχή.

Σκοπός των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για το Αφγανιστάν, είναι η δημιουργία ενός νέου τζιχαντιστικού κέντρου, όπως επιχείρησαν να κάνουν στη Συρία και τη Λιβύη.

Όπως πάντα πρόθυμος για την «βρομοδουλειά», ο Ερντογάν δέχτηκε να μεταφέρει τζιχαντιστές στο Αφγανιστάν και από άλλες περιοχές, καθώς είναι γνωστό ότι στρατολογεί νέους από όλη την Μ. Ανατολή, κατηχώντας τους στην τζιχαντιστική ιδεολογία.

Το νέο σχέδιο του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν

Οι νατοϊκές δυνάμεις φιλοδοξούν με τη δημιουργία ενός τζιχαντιστικού παράδεισου στο Αφγανιστάν, να ξεσηκώσουν το μουσουλμανικό στοιχείο στις γειτονικές χώρες. Η δημιουργία τζιχαντιστικών θυλάκων σε Ουζμπεκιστάν και Τατζικιστάν θα αποτελέσει  στρατηγική απειλή για την Ρωσία, όπως και ενίσχυση των μουσουλμάνων αυτονομιστών της Τσετσενίας. Ήδη έχουν αρχίσει να παρατηρούνται βίαιες αναταραχές και θρησκευτικές εξάρσεις στις εν λόγω περιοχές. Ομοίως, ο ίδιος σχεδιασμός στοχοποιεί και την Κίνα, η οποία μοιράζεται ένα στενό σύνορο με το Αφγανιστάν, στο οποίο όμως διαμένουν οι μουσουλμανικές κοινότητες, τις οποίες δεν ελέγχει απόλυτα το Πεκίνο.

Ο στόχος λοιπόν των ΗΠΑ είναι η αποσταθεροποίηση της Ρωσίας και της Κίνας, μέσω της εισαγωγής του τζιχαντιστικού παράγοντα, στο μαλακό υπογάστριο των δύο χωρών. Ο στόχος της Τουρκίας είναι η μεταφορά τζιχαντιστών στο Αφγανιστάν, έτσι ώστε να στηρίξει τις αμερικανικές βλέψεις, εξασφαλίζοντας την άδεια να συνεχίσει ανενόχλητη το γενοκτονικό έργο της στην ευρύτερη περιοχή.

Παράλληλα, ο Ερντογάν θα βρεθεί με μία αστείρευτη πηγή στρατολόγησης νέων τζιχαντιστών – μισθοφόρων, για τη διεξαγωγή του πολέμου του κατά των Κούρδων, των Ελλήνων και των λοιπών του αντιπάλων.

Αυτόν ακριβώς τον νατοϊκό ρόλο θα διαδραματίσει το «Ισλαμικό Κράτος του Χορασάν», το οποίο από γεωπολιτική και στρατιωτική ασημαντότητα, με τη βοήθεια της ξένης υποστήριξης και ενθάρρυνσης θα εξελιχθεί σε περιφερειακή απειλή, όπως ακριβώς συνέβη με το ISIS στο Ιράκ και τη Συρία.

Κάπως έτσι αναδεικνύεται ο σκιώδης ρόλος των ΗΠΑ, οι οποίες εκτέθηκαν ανεπανόρθωτα στη διεθνή κοινότητα και τους λαούς της περιοχής, με την αναξιοπιστία και την ανικανότητα που επέδειξαν, εγκαταλείποντας για ακόμα μια φορά τους συμμάχους τους στο Αφγανιστάν. Πρόκειται για μία υπερδύναμη, η οποία ενώ είχε ξεκινήσει τις διαπραγματεύσεις με τους Ταλιμπάν εδώ και δύο χρόνια, δεν κατάφερε να παρέχει τη στοιχειώδη προστασία στους ανθρώπους που τη βοηθούσαν επί δεκαετίες. Ακριβώς το ίδιο έκαναν και επί προεδρίας Τραμπ, στον Κουρδικό λαό στη Συρία, όταν οι ΗΠΑ πρόδωσαν και εγκατέλειψαν με τον χειρότερο τρόπο τους Κούρδους, οι οποίοι θρήνησαν 20.000 νέους νεκρούς μάρτυρες, στον αγώνα εναντίον του ISIS.

Με αυτό το αίμα του ανθού του Κουρδικού λαού ηττήθηκε το ISIS στο Ιράκ και τη Συρία.

Τέλος, ντροπή προκαλεί και η στάση του ΟΗΕ και εν γένει της διεθνούς κοινότητας, η οποία αρνείται να αναγνωρίσει τους Κούρδους της Συρίας στη Ροζάβα, που πολέμησαν και νίκησαν τους τζιχαντιστές, για λογαριασμό ολόκληρης της ανθρωπότητας. Αυτοί που δήθεν κόπτονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αρνούνται να νομιμοποιήσουν το δημοκρατικό μοντέλο διακυβέρνησης των Κούρδων, υπό το οποίο εδώ και δέκα χρόνια, όλοι οι λαοί και οι θρησκείες της περιοχής ζούνε με ειρήνη και συντροφικότητα. Και από την άλλη, αποφάσισαν να αναγνωρίσουν και να νομιμοποιήσουν τους τζιχαντιστές και τους Ταλιμπάν, οι οποίοι μέχρι χθες διέπρατταν σφαγές και βαρβαρότητες, για να κάθονται σήμερα ομοτράπεζοι των διεθνών ηγετών στις πολιτικές διαπραγματεύσεις.

Συντάκτης: Περιοδικό Kurdish Voice, 3/08/2021

Η πρόσφατη «άτακτη» υποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν αποτέλεσε θρυαλλίδα εξελίξεων για μία νέα προσφυγική – μεταναστευτική κρίση στην περιοχή.

Τις τελευταίες μέρες, χιλιάδες Αφγανοί πέρασαν στο Ιράν και από εκεί βρέθηκαν στα σύνορα Ιράν – Τουρκίας, φοβούμενοι τις εξελίξεις στη χώρα τους, μετά την επάνοδο και την κατάληψη νέων περιοχών από τους Ταλιμπάν. Παράλληλα, πολλοί Αφγανοί που διέμεναν στο Ιράν αξιοποιούν την κατάσταση και επιδιώκουν και αυτοί να εισέλθουν στην Τουρκία. Αρκετοί εξ αυτών κατόρθωσαν μάλιστα να περάσουν τα κλειστά σύνορα, προφανώς με την ανοχή των αρχών του τουρκικού καθεστώτος.

Ο Ερντογάν με έναν στυγνό ρεαλισμό, επιδιώκει να εκμεταλλευτεί τους Αφγανούς πρόσφυγες. Ο σκοπός του είναι διπλός. Αφενός, να δώσει πολιτικά δικαιώματα και να χρησιμοποιήσει τους πρόσφυγες για την πολιτική του επιβίωση στις επικείμενες εκλογές, και αφετέρου, να υποστηρίξει την ευρύτερη γεωπολιτική του ατζέντα. Διαβλέποντας πως οι εξελίξεις στην περιοχή μπορούν να ενισχύσουν το «διπλωματικό» χαρτί που θεωρεί ότι διαθέτει, ο Ερντογάν θα επιδιώξει να εργαλειοποιήσει τους Αφγανούς πρόσφυγες, συνεχίζοντας να απειλεί την Ελλάδα και την Ευρώπη, και εξασφαλίζοντας οικονομικές παροχές και πολιτική υποστήριξη από το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες.

Και όλα αυτά την ίδια στιγμή που η νέα νατοϊκή τουρκική αποστολή στο Αφγανιστάν, απειλεί να κυλήσει τη χώρα όχι απλώς σε περαιτέρω αποσταθεροποίηση, αλλά σε μία αναθέρμανση του τζιχαντισμού και της τρομοκρατίας.

Καθώς οι Τούρκοι επιτελείς πραγματοποιούν συναντήσεις με υψηλόβαθμα στελέχη των Ταλιμπάν, διακρίνεται μία συνεννόηση των δύο μερών, που δεν αποκλείεται να επιτυγχάνεται και με την αρωγή του Πακιστάν. Η συνεννόηση Τουρκίας – Ταλιμπάν υπογραμμίστηκε κατά τις δηλώσεις Ερντογάν από τα κατεχόμενα της Κύπρου, όπου ξεκαθάρισε ότι «Δεν έχουμε τίποτα εναντίον των πιστεύω τους». Οι εξελίξεις αυτές μόνο θετικές δεν μπορεί να είναι για την περιοχή, καθώς όπου εμφανίζεται ο Ερντογάν δημιουργεί προβλήματα και ακολουθούν αναταράξεις.

Όλα τα ανωτέρω προκαλούν ένα αίσθημα αυτοπεποίθησης στον Ερντογάν, ο οποίος με την δυναμική των τελευταίων στρατηγικών κινήσεών του, αποφάσισε να αγνοήσει κάθε έννοια νομιμότητας και να προχωρήσει στο παράνομο άνοιγμα της περίκλειστης περιοχής της Αμμοχώστου.

Αψηφώντας κάθε διεθνές όργανο, ψήφισμα ή και τη διεθνή κοινή γνώμη, ο Ερντογάν, όντας ενισχυμένος από τις εξελίξεις στο Αφγανιστάν συνεχίζει ακάθεκτος τις προκλήσεις του στην Κύπρο, μιλώντας ανοιχτά για διχοτόμηση του νησιού. Εάν δεν υπάρξει άμεση αντίδραση και αποτροπή από την ελλαδική και κυπριακή πλευρά, οι συνέπειες θα είναι τεράστιες, καθώς οι επόμενες κινήσεις του τουρκικού επεκτατισμού θα εξελιχθούν στο Καστελλόριζο και το υπόλοιπο Αιγαίο.

Την ίδια στιγμή, το άνοιγμα της Αμμοχώστου και ο παράνομος εποικισμός που πραγματοποιεί η Τουρκία στα Κατεχόμενα, ενθαρρύνεται από την διεθνή σιωπή απέναντι στην εθνοκάθαρση που διαπράττει το φασιστικό τουρκικό καθεστώς στις κουρδικές περιοχές της Συρίας.

Μονάχα στο μαρτυρικό και κατεχόμενο Αφρίν, η δημογραφική αλλοίωση του πληθυσμού κατέληξε σε στυγνή γενοκτονία, αφού από 95% Κουρδικό πληθυσμό, σήμερα μόνο το 20% της πόλης είναι Κούρδοι.

Αυτή η σιωπή της διεθνούς κοινής γνώμης, στα γυμνά μάτια της οποίας διεξάγεται η γενοκτονία των Κούρδων, είναι που ενθαρρύνει και αποθρασύνει την τουρκική βαρβαρότητα. Η υποκρισία της «δύσης», η οποία τολμά να αναφέρεται σε δικαιώματα, ενώ επί της ουσίας ξεπλένει τα τουρκικά εγκλήματα.

Την ίδια δυστυχώς σιωπή επέδειξαν και κάποιοι εδώ στην Ελλάδα όταν την ίδια στιγμή που η Τουρκία εισέβαλε με τα άρματα στο Αφρίν και τις άλλες πόλεις της Συρίας, προσέγγιζαν τους Τούρκους με την πρόφαση της ελληνοτουρκικής φιλίας. Προσκαλούσαν μάλιστα τον φασίστα Ερντογάν στην Ελλάδα, τη γενέτειρα της δημοκρατίας, και παράλληλα καλούσαν τους Τούρκους επιχειρηματίες να προβούν σε εξαγορές ελληνικών επιχειρήσεων.

Ήρθε η ώρα τα δύο κράτη του Ελληνισμού, η Ελλάδα και η Κύπρος να συνειδητοποιήσουν πως ο μόνος φυσικός τους σύμμαχος είναι ο Κουρδικός λαός, ο οποίος διεξάγει αγώνα εναντίον του τουρκικού καθεστώτος από το 1984. Να υποστηρίξουμε όλοι μαζί ηθικά, διπλωματικά και πολιτικά, το δίκαιο Κουρδικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, ασκώντας αφόρητη πίεση στην αναθεωρητική και ιμπεριαλιστική Τουρκία. Αυτό άλλωστε είναι και το αίτημα του λαού σε Κουρδιστάν, Κύπρο και Ελλάδα.

Το Κουρδιστάν είναι η πρώτη γραμμή άμυνας Ελλάδας και Κύπρου.

Συντάκτης: Περιοδικό Kurdish Voice, 10/07/2021

Ο Ιούνιος διακρίθηκε για τις Συνόδους Κορυφής που πραγματοποιήθηκαν, στα πλαίσια του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, και οι οποίες αφορούσαν τα ζητήματα που ενδιαφέρουν τον Ελληνικό και τον Κουρδικό λαό. Πρόκειται για τα θέματα της αν. Μεσογείου και της Μ. Ανατολής, καθώς και για την αντιμετώπιση της κοινής απειλής όλων των λαών της περιοχής  – της ιμπεριαλιστικής Τουρκίας.

Μετά από αλλεπάλληλες ικεσίες για μία τηλεφωνική συνομιλία, και εκατομμύρια που ξοδεύθηκαν σε αμερικανικές εταιρίες δημοσίων σχέσεων και λόμπινγκ, ο Ερντογάν κατάφερε να συναντηθεί με τον πρόεδρο Μπάιντεν, στα πλαίσια της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ.

Εκεί, ο «σκληρός» Ταγίπ, αναγκάστηκε να υιοθετήσει πλήρως την αμερικανική ατζέντα, υποκύπτοντας στις πιέσεις και τις προϋποθέσεις που του έθεσαν οι ΗΠΑ.

Το τραπέζι είχε στηθεί για τον Ερντογάν πολύ πριν τη συνάντηση, όταν ο Μπάιντεν είχε στείλει σαφές μήνυμα πως για να πραγματοποιηθεί η πολυπόθητη για την Τουρκία συνομιλία με τον Αμερικανό πρόεδρο, θα πρέπει να τηρηθούν τρεις προϋποθέσεις: 1) Εκδημοκρατισμός της Τουρκίας και θεσμική ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, 2) Σεβασμός και προστασία των ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων στη χώρα, με κατάλληλες μεταρρυθμίσεις, και 3) να μείνουν μακριά οι τουρκικές δυνάμεις εισβολής από την Αυτόνομη Διοίκηση της Βορειοανατολικής Συρίας (Ροζάβα). Ο Ερντογάν, έχοντας απωλέσει την προνομιακή σχέση που απολάμβανε επί προεδρίας Τραμπ με τον Λευκό Οίκο, και δίχως να έχει άλλη επιλογή, αποδέχτηκε πλήρως τις ανωτέρω προϋποθέσεις του Μπάιντεν.

Παράλληλα και όπως όλα δείχνουν, ο Ερντογάν δέχθηκε να αναλάβει τον ρόλο του αντικαταστάτη των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν. Όπως είναι γνωστό, μέχρι το φθινόπωρο οι αμερικανικές δυνάμεις θα αποχωρήσουν εντελώς από τη χώρα. Ταυτόχρονα, παρατηρείται η ισχυροποίηση των Ταλιμπάν, οι οποίοι δρουν υπό την πατρωνία του Πακιστάν, ενός διαχρονικού συμμάχου της Τουρκίας. Ο Ερντογάν θα ξεκινήσει με τη φύλαξη του αεροδρομίου της Καμπούλ, ενώ φιλοδοξεί να αναλάβει ρόλο τοποτηρητή στη χώρα, κεφαλαιοποιώντας τις στενές σχέσεις του με την Ισλαμαμπάντ.

Εδώ όμως στήνεται και μία περίτεχνη παγίδα από μεριάς ΗΠΑ, καθώς η εμπλοκή της Τουρκίας στο Αφγανιστάν, το οποίο είναι ιστορικά γνωστό και ως «Νεκροταφείο των αυτοκρατοριών», ενδέχεται να την οδηγήσει σε ακατόρθωτους στόχους και κοστοβόρες μακροχρόνιες δεσμεύσεις.

Παρόμοια παγίδα ενδεχομένως να στήνεται για την Άγκυρα και στην περίπτωση της Ουκρανίας, καθώς οι ΗΠΑ ζήτησαν από την Τουρκία να εμπλακεί πιο ενεργά υπέρ της κυβέρνησης του Κιέβου στη διένεξή με τη Μόσχα, δημιουργώντας έτσι ένα ακόμα πιθανό πρόβλημα στις σχέσεις του Ερντογάν με τον Πούτιν.

Στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, η συνθηκολόγηση του Ερντογάν στις απαιτήσεις του Μπάιντεν ήταν απόλυτη. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ υπεισήλθε και σε λεπτομερείς απαιτήσεις για την αμερικανο-τουρκική επαναπροσέγγιση. Συγκεκριμένα, ο Μπάιντεν ζήτησε να αποσυρθούν πλήρως τα πυραυλικά συστήματα S400, τα οποία αποτελούν χρόνιο πρόβλημα για τις σχέσεις των δύο χωρών, ενώ ενδεχομένως αυτά να μεταφερθούν και στο Αφγανιστάν, στα πλαίσια της νέας παρουσίας της Τουρκίας εκεί. Αν κάτι τέτοιο συμβεί, θα πρόκειται βέβαια για μία μεγάλη ήττα για τον Ερντογάν, καθώς ο ίδιος και το καθεστώς του διατυμπάνιζαν το δικαίωμα τους να χρησιμοποιήσουν τους S400, ενώ ήταν κατηγορηματικοί, υποστηρίζοντας ότι δεν επρόκειτο ποτέ να τους ξεφορτωθούν, υποκύπτοντας σε έξωθεν πιέσεις.

Έπειτα, κατόπιν πιέσεων Μπάιντεν, ο Ερντογάν αναγκάστηκε προ λίγων ημερών να απελευθερώσει κάποιους από τους βουλευτές του HDP οι οποίοι είχαν συλληφθεί παρανόμως. Σε αυτή την εξέλιξη συνέτεινε και η πρόσφατη επίσκεψη κατόπιν πρόσκλησης, μιας τριμελούς αντιπροσωπείας του HDP στην Ουάσινγκτον, με επικεφαλής τον υπεύθυνο διεθνών σχέσεων του κόμματος, όπου και πραγματοποιήθηκαν συνομιλίες με Αμερικανούς αξιωματούχους.

Ωστόσο παραμένουν φυλακισμένοι οι χιλιάδες πολιτικοί και τα στελέχη του φιλοκουρδικού κόμματος, τα οποία συνελήφθησαν με ψευδείς κατηγορίες, στημένα αποδεικτικά στοιχεία, και δίκες – φαρσοκωμωδίες.

Σε αυτά τα πλαίσια, ο αρχηγός της ΜΙΤ, Χακάν Φιντάν, συναντήθηκε την προηγούμενη εβδομάδα με τον Κούρδο Ηγέτη, Οτσαλάν. Εάν επιβεβαιωθούν οι εν λόγω επαφές, πρόκειται για την πιθανή εκκίνηση ενός νέου κύκλου διαπραγματεύσεων για το Κουρδικό ζήτημα.

Από την άλλη, το τουρκικό καθεστώς δέχεται παράλληλες εγχώριες πιέσεις από τους γνωστούς εθνικιστικούς κύκλους εντός της γείτονος. Συγκεκριμένα, την ίδια ώρα που ο Ερντογάν πιέζεται από τον Μπάιντεν να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο «κυβερνητικός του εταίρος», Μπαχτσελί, του ασκεί πίεση για να βάλει οριστικό λουκέτο στη λειτουργία του HDP. Ωστόσο, τα «γαβγίσματα» των φασιστικών Γκρίζων Λύκων του Μπαχτσελί, φαίνεται να έχουν χάσει τη δύναμή τους, όπως ακριβώς έχουν εξανεμιστεί και τα εκλογικά ποσοστά του κόμματός τους.

Αγνοώντας τον Μπαχτσελί, και πολεμώντας πλέον για την πολιτική του επιβίωση, ο Ερντογάν θα επιχειρήσει να επαναπροσεγγίσει τους Κούρδους. Είναι προφανές, πως αν ο ίδιος επιθυμεί να επανεκλεγεί με θεσμικό τρόπο (και όχι με πραξικόπημα), χρειάζεται τις ψήφους τους και γι’ αυτό ενδεχομένως να επανεκκινήσει το Κουρδικό. Σε αυτό το πλαίσιο, θα χρησιμοποιήσει τις προϋποθέσεις που του επέβαλλαν οι ΗΠΑ, παρουσιάζοντάς τες ως δήθεν μεταρρυθμίσεις στο κουρδικό και θα επιχειρήσει να τις κεφαλαιοποιήσει εκλογικά. Για τον λόγο αυτό άλλωστε, ο Ερντογάν πραγματοποίησε στις 9 Ιουλίου ομιλία στο Ντιγιαρμπακίρ (Άμεντ).

Είναι σαφές, πως το μόνο που ενδιαφέρει τον Ερντογάν είναι ο εαυτός του, η εξουσία του και η οικογένεια του. Αυτό ακριβώς έλαβε και ως αντάλλαγμα από τον Μπάιντεν στη συνάντησή τους. Να μην πειράξει δηλαδή κανείς τον Ερντογάν και τους οικείους του, και να παραμείνει στην εξουσία, παρά τα πολυάριθμα σκάνδαλα που βαραίνουν τον ίδιο και την οικογένεια του (Χαλκμπανκ, κτλ.).

Πρόκειται δυστυχώς για μία ακόμα απόδειξη, πως η «Δύση» όχι μόνο σιωπά έναντι στο αυταρχικό τουρκικό καθεστώς, αλλά παράλληλα του παρέχει υποστήριξη και κάλυψη, για να προωθήσει τις δικές της ιμπεριαλιστικές ατζέντες.

Συντάκτης: Περιοδικό Kurdish Voice, 08/06/2021

Τριγμούς έχουν προκαλέσει αυτές τις μέρες στην τουρκική κοινή γνώμη, τα βίντεο που αναρτά στο YouTube, ο αρχηγός της τουρκικής μαφίας, Σεντάτ Πεκέρ.

Με τα τελευταία του βίντεο να ξεπερνούν τις 17 εκ. προβολές, και με συνολικές προβολές να αγγίζουν τα 80 εκατ., η πολιτική καταιγίδα που ξέσπασε από τις ομολογίες του Πεκέρ, δύσκολα θα καταλαγιάσει.

Πέρσι λόγω της πανδημίας στην Τουρκία, όλοι βρίσκονταν κλεισμένοι στα σπίτια τους και έβλεπαν γκανγκστερικές ταινίες. Κανείς δεν περίμενε ότι έναν χρόνο μετά θα παρακολουθούσαν τις αληθινές μαφιόζικες ομολογίες του Πεκέρ.

Η μαζική απήχηση των αποκαλύψεών του αποτελεί αναμφίβολα μια απόδειξη της δύναμης του διαδικτύου, για όσο καιρό αυτό παραμένει ελεύθερο, καθώς μέσω αυτού, ένας πρώην βασικός «εταίρος» του τουρκικού καθεστώτος, κατάφερε να στείλει το μήνυμά του στο ευρύ κοινό, παρακάμπτοντας τα ελεγχόμενα μέσα. Το ποιόν του γκάνγκστερ Πεκέρ είναι γνωστό, ενώ και ο ίδιος στα βίντεό του παραδέχεται την ενοχή του για τα εγκλήματα στα οποία εμπλέκει το καθεστώς Ερντογάν. Ωστόσο μέσω της ομολογίας του, αποκαλύφθηκε και ο βρώμικος ρόλος των ΜΜΕ. Μέσω των αποκαλύψεων διασύρονται και εξευτελίζονται όλοι οι βαρόνοι των τουρκικών καναλιών και του τύπου, οι οποίοι κουκούλωναν και συγκάλυπταν επί δεκαετίες τα στυγνά εγκλήματα του καθεστώτος.

Με τις ομολογίες του Πεκέρ, επαληθεύτηκαν όλα όσα κατήγγειλαν εδώ και δεκαετίες οι Κούρδοι πολιτικοί (HDP) και οι ακτιβιστές, εντός και εκτός Τουρκίας. Πρόκειται για τις δολοφονίες, τις απαγωγές, τις εξαφανίσεις, το λαθρεμπόριο, τη διακίνηση ναρκωτικών, τον εξοπλισμό τζιχαντιστών και το παρακράτος που έστησαν οι τούρκοι πολιτικοί, στρέφοντάς το ως επί το πλείστον εναντίον του Κουρδικού λαού.

Η αλήθεια είναι πως η σχέση μαφίας, συμμοριτών και τουρκικού κράτους δεν ξεκίνησε τώρα. Πρόκειται για μία ιστορική συνέχεια που ξεκίνησε από τους Οθωμανούς, με πολιτικό πρωτεργάτη τον σφαγέα Κεμάλ, και εκτελεστή τον αρχισυμμορίτη του, Τοπάλ Οσμάν, ο οποίος διέπραξε τη γενοκτονία των Ποντίων.

Το μαφιόζικο τουρκικό κράτος ουδέποτε απομακρύνθηκε από τους συμμορίτες του, οι οποίοι άλλωστε εκτελούν τις διαταγές του, κάνοντας τις βρωμοδουλειές του. Χιλιάδες ανεξιχνίαστες δολοφονίες Κούρδων από το ’90 μέχρι σήμερα διαπράχθηκαν από τους τούρκους γκάγκστερ, κατ’ εντολή του τουρκικού καθεστώτος. Σήμερα, το ίδιο κράτος – συμμορία συνεχίζει την εξολόθρευση Κούρδων πολιτικών και ακτιβιστών στην Τουρκία αλλά και στο εξωτερικό, μέσω των υπηρεσιών του που δραστηριοποιούνται στην Ευρώπη και σε άλλες χώρες.

Οι δε αποκαλύψεις του Πεκέρ αποτελούν ψήγμα των αποκαλύψεων στις οποίες έχουν προβεί οι Κούρδοι πολιτικοί και ακτιβιστές όλα αυτά τα χρόνια. Συνεπώς κανείς δεν περίμενε τις αποκαλύψεις του Πεκέρ για να μάθει την αλήθεια. Τα γνώριζαν όλοι, και ιδίως η «Δύση» μέσω των κρατικών υπηρεσιών πληροφοριών. Τώρα με τις αποκαλύψεις και τις ομολογίες τα μαθαίνει επιτέλους και ο κόσμος, και δεν μπορεί πλέον να τα αρνηθεί κανείς.

Εύλογα λοιπόν προκύπτει το εξής ερώτημα, το οποίο καλούνται να απαντήσουν οι «δυτικές» κυβερνήσεις που συμμαχούν και στηρίζουν το καθεστώς του Ερντογάν. Πώς είναι δυνατόν να συνεχίσει η «δύση» να συνεργάζεται, να εξοπλίζει και να χρηματοδοτεί αυτούς τους εγκληματίες του τουρκικού κράτους; Πώς είναι δυνατόν να συντηρεί ένα καθεστώς που διεξάγει λαθρεμπόριο ανθρώπων και ναρκωτικών, και διαπράττει δολοφονίες;

Όσες «δυτικές» κυβερνήσεις συνεχίσουν να συνεργάζονται με τους κρατικούς μαφιόζους της Άγκυρας, λόγω οικονομικών συμφερόντων, είναι πλέον εκτεθειμένες και καταπατούν τις αρχές και τις αξίες τους. Καθίστανται με αυτόν τον τρόπο, συνένοχες. Η σιωπή και η υποστήριξή τους αποτελεί συνενοχή.

Περιμένουμε λοιπόν τις επίσημες κρατικές αντιδράσεις των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Ομοίως περιμένουμε την κινητοποίηση των μη κυβερνητικών οργανώσεων και των διεθνών φορέων για τη νομική δίωξη του κράτους – συμμορία της Τουρκίας. Ο Πεκέρ μίλησε παραθέτοντας συγκεκριμένα στοιχεία και πληροφορίες. Επικαλείται συγκεκριμένες ποσότητες και τόνους ναρκωτικών, μαρίνες και αποθήκες που γίνονταν αποστολές, συγκεκριμένες εταιρίες και λιμάνια. Για τις δολοφονίες αναφέρει συγκεκριμένα ονόματα στόχων και τους πολιτικούς και παρακρατικούς που του ανέθεταν τα «συμβόλαια θανάτου».

Σε οποιαδήποτε άλλη χώρα του πλανήτη, θα είχαν ξεκινήσει εισαγγελικές έρευνες, προσαγωγές και εξεταστικές επιτροπές. Στην Τουρκία, στην οποία ο Ερντογάν καθαιρεί βουλευτές, και κρατά απολύτως ελεγχόμενη και υποταγμένη τη δικαιοσύνη, δεν γίνεται το παραμικρό.

Επαφίεται λοιπόν στις «δυτικές» κυβερνήσεις και τους διεθνείς φορείς να εκκινήσουν τις νομικές διαδικασίες εις βάρος του τουρκικού καθεστώτος. Δεν μπορούν να αφήσουν μια ολόκληρη χώρα στο έλεος του τυράννου. Οφείλουν να παρέμβουν.

Πόσο μάλλον, όταν ο Πεκέρ απέδειξε πως το τουρκικό καθεστώς παρείχε εξοπλισμό, υποστήριξη και όπλα σε τζιχαντιστικές οργανώσεις οι οποίες βρίσκονται στις παγκόσμιες λίστες τρομοκρατίας. Η εμπορία όπλων και ο εξοπλισμός των τζιχαντιστών αποτελεί διεθνές έγκλημα και ως εκ τούτου είναι απαραίτητη η επιβολή διεθνών κυρώσεων.

Οι αποκαλύψεις του άλλοτε αγαπητού του Ερντογάν, αρχιμαφιόζου Πεκέρ, αποτελούν ένα τεράστιο πλήγμα για το τουρκικό καθεστώς. Προσφέρουν δε εξαιρετικές ευκαιρίες για τις χώρες που τελούν υπό τουρκική απειλή, όπως είναι η Ελλάδα και η Κύπρος, να αντεπιτεθούν, καταγγέλλοντας τα κρατικά εγκλήματα. Ηθελημένα ή άθελά του, ο Πεκέρ ευρισκόμενος στο Ντουμπάι, προσφέρει στρατηγικές δυνατότητες στη διεθνή συμμαχία κατά του Ερντογάν, οι οποίες δεν πρέπει να μείνουν ανεκμετάλλευτες.

Υπάρχουν σαφέστατα δυνάμεις εντός και εκτός της Τουρκίας, που στρέφονται κατά του καθεστώτος και πρέπει να αντιδράσουν. Ο κλοιός για το καθεστώς του Ερντογάν και του τουρκικού παρακράτους, σφίγγει πλέον επικίνδυνα.

Συντάκτης: Περιοδικό Kurdish Voice, 19/05/2021

Ο 20ος αιώνας μπορεί να χαρακτηριστεί ως ο σκοτεινός αιώνας των γενοκτονιών. Ένας αιώνας που κατέληξε με τις γενοκτονίες της Καμπότζης και της Ρουάντα, κορυφώθηκε με το Ολοκαύτωμα, αλλά που δυστυχώς ξεκίνησε με τα εγκλήματα κατά του Ελληνισμού.

Το 1914 οι Νεότουρκοι και οι κεμαλιστές ξεκίνησαν το απεχθές έγκλημα της γενοκτονίας κατά των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης. Οι γενοκτονικές επιθέσεις των αιμοσταγών Νεοτούρκων, στράφηκαν παράλληλα κατά των Αρμενίων και των Ασσυρίων από το 1915. Καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου 1914-1919, οι Νεότουρκοι και οι κεμαλιστές μεθόδευσαν την εξόντωση και την εξαφάνιση των χριστιανικών μειονοτήτων της γεωγραφικής επικράτειας της σημερινής Τουρκίας. Οι εθνικιστικές ομάδες του Κεμάλ, είχαν ως σύνθημά τους το ρατσιστικό, «Η Τουρκία στους Τούρκους».

Οι Έλληνες της Μ. Ασίας και του Πόντου θρήνησαν 353.000 ζωές. Το γενοκτονικό μένος του Κεμάλ και των συμμοριτών του, κατέληξε στο ολοκαύτωμα και την Καταστροφή της Σμύρνης.

Η Γενοκτονία των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήταν η αρχή του κακού. Το πρώτο μεγάλο έγκλημα που αποσκοπούσε στον αφανισμό ενός ολόκληρου γένους. Για τον λόγο αυτό, μετά το τέλος του Β’ παγκοσμίου Πολέμου, ο Πολωνός καθηγητής Ραφαήλ Λέμκιν, χρησιμοποίησε τις ελληνικές λέξεις γένος + κτείνω (= φονεύω), για να περιγράψει και να κωδικοποιήσει για πρώτη φορά για λογαριασμό της ανθρωπότητας, το εν λόγω αποτρόπαιο έγκλημα.

Η ατιμώρητη Γενοκτονία του Κεμάλ και των συμμοριτών του, ενέπνευσε με σαφή και άμεσο τρόπο τον ιδεολογικό του κληρονόμο, Αδόλφο Χίτλερ. Οι ομοιότητες των γενοκτονιών που διέπραξαν οι δύο σφαγείς είναι συγκλονιστικές.

Έκτοτε, το φασιστικό τουρκικό καθεστώς, ασχέτως ηγεσίας, διαπράττει εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και γενοκτονίες εναντίον των Ελλήνων, των Κούρδων και των λοιπών λαών που έχουν την ατυχία να βρίσκονται στη γεωγραφική του εγγύτητα.

Η άρνηση των γενοκτονιών έχει οδηγήσει στην επικράτηση του μιλιταρισμού, του φασισμού και της επιθετικότητας στη σύγχρονη Τουρκία. Για τον ίδιο λόγο παρατηρείται η καταστολή βασικών ελευθεριών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων που στοχοποιούν μέχρι και τους ίδιους της τους πολίτες.

Η άρνηση των γενοκτονιών έχει οδηγήσει το τουρκικό καθεστώς σε νέους επεκτατικούς πολέμους, και στη συνεχιζόμενη γενοκτονία κατά των Ελλήνων στην Κύπρο, με τον εποικισμό στα Κατεχόμενα, την καταστροφή ναών και μνημείων και τις παραβιάσεις των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συνεχιζόμενη γενοκτονία υφίσταται και ο Κουρδικό λαός εντός της νοτιοανατολικής Τουρκίας, στο Ιράκ και τη Συρία. Για παράδειγμα, οι γενοκτόνες πολιτικές εκτοπισμού, διωγμών και δημογραφικής αλλαγής και αφομοίωσης που ξεκίνησαν στο Αφρίν μετά την κατοχή, το 2018, φαίνονται βγαλμένες από τα εγχειρίδια γενοκτονίας των Οθωμανών, κατά τις αρχές του 20ου αιώνα.

Εμείς, ως Κουρδικός λαός, διεξάγοντας τον δικό μας ιερό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, συνεχίζοντας πλέον και στον 21ο αιώνα, γνωρίζουμε καλά το αιμοσταγές προσωπείο του τουρκικού καθεστώτος, καθώς και τις συμμαχικές δυνάμεις που διαχρονικά το στηρίζουν, όπως ακριβώς στήριζαν τον σφαγέα Μουσταφά Κεμάλ. Πρόκειται για τις ίδιες δυνάμεις που σιωπούν ενώπιον των σύγχρονων γενοκτονιών της γείτονος.

Εκφράζουμε την βαθιά αλληλεγγύη μας στα θύματα της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και της Μ. Ασίας. Παράλληλα στεκόμαστε στο πλευρό των απογόνων τους, των Ελλήνων αδελφών μας, οι οποίοι αγωνίζονται για τη δικαιοσύνη και την ειρήνη των λαών της περιοχής.

Σήμερα, 19 Μαΐου, θυμόμαστε και τιμάμε την μνήμη των θυμάτων της Γενοκτονίας, των αγωνιστών – ανταρτών που πολέμησαν για να υπερασπιστούν τις οικογένειές τους, ενώ δεσμευόμαστε να συνεισφέρουμε στον ιστορικό αγώνα για δικαίωση και νίκη επί των διαχρονικών γενοκτονικών πολιτικών του τουρκικού καθεστώτος.

Μέχρι τελικής νίκης και καθολικής δικαίωσης.

Συντάκτης: Περιοδικό Kurdish Voice, 03/05/2021

Τριγμούς στο απολυταρχικό οικοδόμημα του καθεστώτος Ερντογάν προκάλεσε η αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων, από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν.

Ο αμερικανός πρόεδρος έκανε λόγο για γενοκτονία, αναφερόμενος στις σφαγές και την εξόντωση 1.5 εκατ. Αρμενίων από τις Οθωμανικές αρχές, την οποία ξεκίνησαν να διαπράττουν στις 24 Απριλίου 1915. Εν αντιθέσει με τα όσα σχολιάστηκαν, πρόκειται για εγκλήματα που δεσμεύουν και βαραίνουν ευθέως την σύγχρονη Τουρκία, ως κληρονόμου κράτους των Οθωμανών. Συγκεκριμένα, βάσει δύο αρχών του διεθνούς δικαίου, αυτών της συνέχειας και της ευθύνης των κρατών, η Τουρκία καθίσταται πλήρως υπόλογη για τις γενοκτονίες που διέπραξε η Οθωμανική αυτοκρατορία, και φέρει το συνολικό βάρος της ντροπής και της ευθύνης αποζημίωσης των θυμάτων και των συγγενών τους.

Μεγάλο μερίδιο αυτής της ιστορικής νίκης ανήκει στους οργανωμένους Αρμένιους και δη της διασποράς, οι οποίοι πέτυχαν τον διεθνή διασυρμό του εγκληματικού τουρκικού καθεστώτος. Πρόκειται αδιαμφισβήτητα για μια νίκη του ιστορικού αγώνα που διεξάγει ο λαός των Αρμενίων. Ωστόσο, στην εξέλιξη αυτή συνέβαλε ιδιαιτέρως και η αρνητική, αν όχι παραβατική στάση της Τουρκίας κατά την τελευταία περίοδο, ιδίως όσον αφορά τις επαφές του Ερντογάν με τη Ρωσία, την εισβολή και την αποσταθεροποίηση τρίτων χωρών, την αγορά των ρωσικών πυραύλων S400, κ.ά.

Υπό αυτό το πρίσμα των γεωπολιτικών εξελίξεων, πρέπει να αναλυθεί και η εξίσου σημαντική αναφορά του αμερικανού προέδρου σε «Κωνσταντινούπολη» αντί για Istanbul. Η επιλογή αυτή του Μπάιντεν δεν ήταν καθόλου τυχαία. Αντιθέτως, αποτελούσε μία σαφή υπενθύμιση και ένα ηχηρό μήνυμα προς τους Τούρκους ότι η Κωνσταντινούπολη και τα Στενά αποτελούν διαχρονικά μία ξεχωριστή περιοχή, η οποία δεν ανήκει και δεν μπορεί να ανήκει στους Τούρκους. Πρόκειται για μία μακροπρόθεσμη πολιτική της «δύσης» για την περιοχή, η οποία όταν εφαρμοσθεί, θα επιφέρει πολύ μεγαλύτερα πλήγματα στο τουρκικό κράτος από την αναγνώριση των γενοκτονιών που διέπραξε και διαπράττει ακόμα το τουρκικό καθεστώς.

Πρόκειται βέβαια για το σχέδιο του μεγάλου χάρτη της Μέσης Ανατολής, το μεγαλόπνοο εγχείρημα που δύναται πλέον να λάβει σάρκα και οστά, ξεκινώντας με το μεγάλο Κουρδιστάν, το οποίο αναγεννιέται στην βορειοανατολική Συρία (Ροζάβα). Η δημιουργία του Κουρδιστάν θα επηρεάσει και την Κωνσταντινούπολη και το καθεστώς αυτής, καθώς και την μορφή της σύγχρονης Τουρκίας.

Με την αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων, το αυταρχικό καθεστώς του ΑΚΡ στην Τουρκία, το οποίο στηρίζει ιστορικά τις γενοκτονίες και τις διαπράττει μέχρι και σήμερα, εκτέθηκε και απονομιμοποιήθηκε στα μάτια της διεθνής κοινής γνώμης.

Το δε αφήγημα του δίκαιου τουρκικού κράτους, το οποίο διεξάγει ειρηνικές επιχειρήσεις κατασφαγιάζοντας τους λαούς που έχουν την ατυχία να συνορεύουν μαζί του, κατέρρευσε πλήρως.

Στην Τουρκία, τα κόμματα της συγκυβέρνησης και της αντιπολίτευσης εξαπέλυσαν λάβρες επιθέσεις εναντίον του Μπάιντεν, καταδικάζοντας την αναγνώριση του απεχθούς εγκλήματος που προκάλεσε το καθεστώς τους, απειλώντας μάλιστα θεούς και δαίμονες με εκδίκηση. Πρόκειται για την αντίδραση του εγκληματία που πιάνεται στα πράσα καθώς διαπράττει το στυγνό έγκλημά του και αντεπιτίθεται, αρνούμενος να αποδεχθεί την αποτρόπαια φύση του. Αυτή ήταν η αντίδραση όλων των κομμάτων του τουρκικού κοινοβουλίου, πλην ενός.

Το Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (HDP), χαιρέτησε την αναγνώριση και εναντιώθηκε στη γενοκτονία που διέπραξε η Τουρκία. Όλα τα αλλά κόμματα στήριξαν τη γενοκτόνα πολιτική της Άγκυρας..

Όμως, το HDP πολεμά για δημοκρατία, ελευθερία και δικαιοσύνη όχι μόνο στα λόγια, αλλά και στην πράξη. Είναι η ηθική δύναμη εντός της Τουρκίας, που καταγγέλλει την απάνθρωπη μορφή του κράτους, και τα στελέχη του διώκονται και φυλακίζονται γι’ αυτό τους το σθένος. Απόδειξη αποτελεί η φυλάκιση των πρώην συμπροέδρων του, Σελαχατίν Ντεμιρτάς και Φιγκέν Γιουκσεκντάγκ μαζί με εκατοντάδες άλλα στελέχη του κόμματος, αλλά και η πρόσφατη στημένη δίκη «Κομπάνι», εναντίων 108 πολιτικών μελών του HDP.

Αντιθέτως, ο πρόεδρος Μπάιντεν, καταδίκαζε μεν ρητορικά το αμαρτωλό παρελθόν της Τουρκίας, αλλά παράλληλα επέτρεψε τις βίαιες επιθέσεις που εξαπέλυσε ο Ερντογάν στις θέσεις των ανταρτών στο βόρειο Κουρδιστάν (Ιράκ), στις 24 Απριλίου. Οι λεκτικές καταδίκες της Ουάσινγκτον περιορίστηκαν στα εγκλήματα του περασμένου αιώνα. Κρατώντας την ένοχη σιωπή τους, ούτε οι ΗΠΑ ούτε η ΕΕ τόλμησαν να μιλήσουν για τους βομβαρδισμούς που πραγματοποιούνται αυτή τη στιγμή στις κουρδικές κατοικημένες περιοχές του Ιράκ.

Παράλληλα, διακρίνεται ως ιδιαίτερα ύποπτη η τήρηση χαμηλών τόνων από μεριάς Ερντογάν μετά την αναγνώριση της γενοκτονίας, ο οποίος ως γνωστόν, δεν φημίζεται για την μακροθυμία του.

Όπως όλα δείχνουν, στο πρώτο τους τηλεφώνημα, ο Μπάιντεν προειδοποίησε τον Ερντογάν για την επικείμενη αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων από τις ΗΠΑ, ενώ παράλληλα έδωσε το πράσινο φως στην τουρκική επιχείρηση εισβολής στο νότιο Κουρδιστάν. Είναι μάλιστα μια θλιβερή ιστορική πραγματικότητα, το γεγονός ότι μετά από κάθε συνομιλία του Ερντογάν με τον εκάστοτε Αμερικανό πρόεδρο, η Τουρκία εξαπολύει μία νέα στρατιωτική επίθεση. Κάπως έτσι λοιπόν εξηγείται και η ταπεινή σιγή ιχθύος του Ερντογάν μετά τις δηλώσεις Μπάιντεν. Η νέα εισβολή στις περιοχές των Κούρδων, ήταν το τίμημα της σιωπής του.

Επιστρέφοντας στο μήνυμα του Μπάιντεν και στην φραστική καταδίκη για τις ασυδοσίες του τουρκικού καθεστώτος, το μείζον και πλέον ουσιώδες σημείο για την ανθρωπότητα είναι η ανάγκη να καταβληθεί κάθε προσπάθεια να μην επαναληφθεί η γενοκτονία. Επρόκειτο για μία αναφορά που αφορούσε άμεσα τον κουρδικό λαό και τους λαούς της Μεσοποταμίας. Αποτελούσε μάλιστα μια επανάληψη της δέσμευσης της Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, Νάνσι Πελόσι, η οποία αναφερόμενη στα εγκλήματα της Τουρκίας που στοχοποιούν τους Κούρδους, δήλωσε ότι «δεν θα τα επιτρέψουμε».

Οι δεσμεύσεις και οι λεκτικές καταδίκες έχουν σίγουρα την αξία τους. Ωστόσο η έμπρακτη αντίσταση και η προστασία των λαών και των μειονοτήτων είναι αυτή που σταματά το όπλο του κατακτητή και του γενοκτόνου. Όπως λοιπόν το HDP μάχεται για τη δικαιοσύνη και την ισότητα στην πολιτική ζωή της Τουρκίας, αντίστοιχα, οι υπερασπιστές της δημοκρατίας, της ισότητας των φύλων και της ειρήνης των λαών είναι οι 12 χιλιάδες μάρτυρες που έδωσαν τη ζωή τους κατά των τζιχαντιστών του ISIS, και όλες εκείνες και εκείνοι οι αγωνιστές που πολεμούν μέχρι τέλους τους πάσης φύσεως εισβολείς και δυνάστες.

Συντάκτης: Περιοδικό Kurdish Voice, 02/04/2021

Ο αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μπίλκεν, απέστειλε πρόσφατα ευχές για τον εορτασμό του Νεβρόζ στα κουρδικά, λέγοντας «Newroz pîroz». Πρόκειται για ένα ακόμα πλήγμα στο αυταρχικό καθεστώς του Ερντογάν ο οποίος επιχειρεί επί ματαίω να εξασφαλίσει ένα τηλεφώνημα με τον πρόεδρο Μπάιντεν, ξοδεύοντας εκατομμύρια σε εταιρίες δημοσίων σχέσεων και λόμπι, δίχως όμως την παραμικρή επιτυχία.

Πρόκειται επίσης και για ένα σαφές μήνυμα στον Κουρδικό λαό, πως ο αγώνας για αναγνώριση, δικαίωση και ανεξαρτησία κλιμακώνεται.

Παράλληλα, η διεθνής απομόνωση του τουρκικού καθεστώτος συνεχίζεται. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Σύνοδος Κορυφής των Ευρωπαίων ηγετών της 25ης Μαρτίου, κάλεσε την Τουρκία να απέχει από νέες προκλήσεις και μονομερείς ενέργειες κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου στην αν. Μεσόγειο, εκθέτοντας την παραβατικότητα της Άγκυρας. Έγινε επίσης αναφορά στην ανησυχητική διολίσθηση σε αυταρχικές πολιτικές στην Τουρκία και στην τραγική επιδείνωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα.

Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα για την Άγκυρα είναι οι εξελίξεις στην Συρία. Εκεί ο Ερντογάν βλέπει τις επιλογές του σταδιακά να εκμηδενίζονται. Έχοντας αθετήσει τις δεσμεύσεις του ενώπιων όλων, οι τουρκικές κατοχικές δυνάμεις και οι μισθοφορικές τους ομάδες δέχονται επίθεση από το καθεστώς του Ασάντ στο Ιντλίμπ, με την αρωγή και την υποστήριξη της Μόσχας. Σαν να μην έφτανε αυτό, οι ΗΠΑ με την επάνοδο των Δημοκρατικών στον Λευκό Οίκου, και την απομάκρυνση του «προσωπικού φίλου» του Ερντογάν, Τραμπ, ανανεώνουν την στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή.

Συγκεκριμένα, το τελευταίο διάστημα παρατηρείται έντονη κινητικότητα και ανάπτυξη αμερικανικών δυνάμεων στη βορειανατολική Συρία.

Η Ουάσινγτον επιθυμεί να διαδραματίσει ξανά πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις της περιοχής και σε αυτό ακριβώς αποσκοπούν οι τελευταίες της κινήσεις. Παράλληλα, η διεθνής κοινότητα γίνεται ολοένα και περισσότερο μάρτυρας των βάρβαρων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις κατεχόμενες από την Τουρκία κουρδικές περιοχές, Αφρίν, Ιεράπολη, Σερεκανίγιε, Γκίρε-Σπι. Ομοίως πληθαίνουν και οι εκθέσεις οργανισμών και φορέων, όπως αυτή του ΟΗΕ αλλά και των ΗΠΑ, που καταδικάζουν τα απεχθή εγκλήματα των μισθοφόρων που ελέγχονται από το τουρκικό καθεστώς (απαγωγές, δολοφονίες, βιασμούς, εμπρησμούς, λεηλασίες), εις βάρος του τοπικού πληθυσμού της περιοχής.

Στα πλαίσια αυτά, και σε συνέχεια της επανεργοποίησης του αμερικανικού παράγοντα στη Μεσοποταμία, είναι πολύ πιθανό να τεθεί το ζήτημα της απελευθέρωσης των κατεχομένων από τις τουρκικές δυνάμεις εισβολής.

Ενώπιον αυτής της πραγματικότητας, το καθεστώς του Ερντογάν βρίσκεται σε δίλημμα. Είτε να προχωρήσει σε αναδίπλωση και να παραχωρήσει τις περιοχές αυτές στους λαούς και τους κατοίκους τους, δίνοντάς τους ελευθερία και ανεξαρτησία, είτε να πολεμήσει όλες εκείνες τις δυνάμεις που συστρατεύονται με σαφή τρόπο εναντίον του.

Στη δεύτερη περίπτωση, οι τουρκικές απώλειες δεν θα είναι μόνο προσωπικές για τον Ερντογάν, αν και ο τούρκος δικτάτορας φαίνεται πως είναι ιδιαίτερα πιθανό να μοιραστεί την τύχη του Μιλόσεβιτς, του Σαντάμ Χουσεΐν και του Καντάφι. Απέναντι στα ειλημμένα προ δεκαετιών σχέδια των δυτικών δυνάμεων, το κόστος μίας τέτοιας αντίστασης του Ερντογάν πιθανότατα να είναι και εδαφικό για την Τουρκία. Σε περίπτωση σύρραξης και διαμάχης με τις δυνάμεις που βλέπουν με αρνητικό μάτι την παρουσία της Τουρκίας στα τουρκοσυριακά σύνορα, με αιχμή του δόρατος τις κατά βάση κουρδικές «Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις» (SDF), αλλά και τους συμμάχους τους, τότε είναι πολύ πιθανό να απειληθεί ευθέως η εδαφική ακεραιότητα της Τουρκίας.

Πρόκειται για το σενάριο που δύναται να οδηγήσει στην ανεξαρτησία του νοτιοανατολικού – κουρδικού τμήματος της Τουρκίας και στον επαπειλούμενο διαμελισμό της γείτονος.

Το σενάριο αυτό φαντάζει μάλιστα ολοένα και πιο πιθανό, αν αναλογιστεί κανείς την υπεροψία και την έπαρση του αυτοανακηρυγμένου «σουλτάνου», ο οποίος όντας θύμα των αυλοκολάκων του αλλά και των εσωτερικών επιτυχιών του – τις οποίες βέβαια κατάφερε με καταστολή, βία και νοθεία – είναι πιθανό να  επιλέξει τον δρόμο της αντιπαράθεσης και άρα της αυτοκαταστροφής του.

Οι δυνάμεις και οι λαοί της περιοχής, οι οποίοι διαχρονικά αντιτίθενται στον επεκτατισμό, τον αναθεωρητισμό και την παραβατικότητα της Τουρκίας, μεταξύ των οποίων οι Έλληνες και οι Κούρδοι, οφείλουν να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για να ηττηθεί το αυταρχικό καθεστώς της Άγκυρας, το οποίο επιβουλεύεται τους κατοίκους της περιοχής, θέτοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια και την ειρήνη για όλους.

Συντάκτης: Περιοδικό Kurdish Voice, 17/03/2021

Στο κείμενο με τις αποκαλύψεις του Απόστολου Δοξιάδη, σχετικά με την υπόθεση του διπλωματικού συμβούλου του Αλέξη Τσίπρα και της αλλοδαπής υπαλλήλου της Τουρκικής πρεσβείας στην Αθήνα συντρόφου του, ο γνωστός σκηνοθέτης έκανε λόγο για «επαναπροωθήσεις Τούρκων φουκαράδων, που επιχειρούσαν να αποδράσουν προς την Ελλάδα».

Θα θέλαμε να ξεδιαλύνουμε λίγο τη σύγχυση που επικρατεί. Οι άνθρωποι που έπεσαν θύματα αυτών των κατάφωρα παράνομων επαναπροωθήσεων, ήταν Κούρδοι πολιτικοί, δημοσιογράφοι και ακτιβιστές, στη μεγάλη πλειοψηφία τους. Πρόκειται για αγωνιστές που τολμούν και σηκώνουν υπερήφανα το ανάστημά τους, απέναντι σε ένα αυταρχικό και τυραννικό καθεστώς. Ως εκ τούτου, είναι αδιανόητος και υποτιμητικός ο χαρακτηρισμός περί «φουκαράδων». Ποιοι ακριβώς είναι αυτοί οι «φουκαράδες»; Είμαστε περήφανοι για τους συναγωνιστές μας στην Τουρκία, που τολμούν με σθένος και παρρησία να αγωνίζονται κατά του στυγνού, αυταρχικού και ανελέητου καθεστώτος του Ερντογάν.

Για εμάς, τους Κούρδους της Ελλάδας, «οι φουκαράδες» του κ. Δοξιάδη,  είναι  ήρωες.

Όσον αφορά στις καταγγελίες, στις οποίες προέβη σχετικά με το ποιόν και τα κίνητρα, της εν λόγω αλλοδαπής υπαλλήλου της Τουρκικής πρεσβείας στην Αθήνα, υπάρχουν στη χώρα επίσημοι θεσμοί και η Δικαιοσύνη, που είναι αρμόδιοι φορείς για να επιληφθούν του θέματος. Παράλληλα όμως, ο καθένας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του σχετικά με τις ηθικές πτυχές του θέματος και τον ρόλο που διαδραμάτισε η εν λόγω αλλοδαπή υπάλληλος, σχετικά με τις επαναπροωθήσεις Κούρδων ακτιβιστών και πολιτικών προσφύγων, την περίοδο που έγιναν οι επαναπροωθήσεις.

Όσον αφορά τις παράνομες παραδόσεις των συντρόφων μας, εμείς στο Πολιτιστικό Κέντρο και περιοδικό «Φωνή των Κούρδων», γνωρίζουμε από πρώτο χέρι τις επιπτώσεις και το βάρος αυτών των αποκαλύψεων,  που ανέφερε ο Απόστολος Δοξιάδης.

Η αλήθεια λοιπόν είναι πως 86 σύντροφοί μας παραδόθηκαν από τις ελληνικές αρχές στο τουρκικό φασιστικό καθεστώς, κατά τη διάρκεια διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ.

Οι συναγωνιστές μας, ζήτησαν πολιτικό άσυλο από την Ελλάδα, τη γενέτειρα της Δημοκρατίας και των Δικαιωμάτων, παραδόθηκαν στα τοπικά αστυνομικά  τμήματα στον Έβρο ως όφειλαν και όπως προβλέπεται από τον ελληνικό Νόμο και τη Διεθνή Σύμβαση Προστασίας των Πολιτικών  Προσφύγων. Όμως οι Αρχές, κατόπιν ανωτέρων εντολών, καταπάτησαν τα ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα των συναγωνιστών μας, παραβίασαν τη Διεθνή Συνθήκη, την οποία έχει υπογράψει και δεσμεύεται η Ελλάδα,  και παρέδωσαν χέρι με χέρι τους 86 κυνηγημένους συντρόφους μας, στα φυλάκια του τουρκικού στρατού.

Έκτοτε, οι 86 Κούρδοι ακτιβιστές, αγωνιστές και πολιτικοί πρόσφυγες, σαπίζουν στα μπουντρούμια του τουρκικού καθεστώτος.

Εμείς προχωρήσαμε εγκαίρως στην άμεση δημοσιοποίηση της συγκεκριμένης καταγγελίας, με πολλαπλά άρθρα, παρεμβάσεις και δημοσιεύσεις, ελπίζοντας να σταματήσουν οι παραδόσεις των πολιτικών προσφύγων, καθώς αυτές πραγματοποιούνταν σταδιακά και όχι συλλήβδην. Ενημερώσαμε στελέχη της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και του τμήματος Δικαιωμάτων του κόμματος,  που ενδιαφέρθηκαν για το εν λόγω ζήτημα και εξεπλάγησαν.   Ως εκ τούτου, θεωρούμε χρέος μας να ενημερώσουμε για ακόμα μια φορά  τους φίλους του ΣΥΡΙΖΑ και τον ελληνικό λαό.

Ενώ στείλαμε Δελτίο Τύπου – καταγγελία, σε όλον τον ελληνικό Τύπο (έντυπο και ηλεκτρονικό), με μεγάλη μας λύπη διαπιστώσαμε ότι ουδεμία ευαισθησία και ενδιαφέρον υπήρξε, από αριστερές και προοδευτικές εφημερίδες, γιατί εάν   υπήρχε, ίσως να είχε ασκηθεί η απαραίτητη πίεση στην τότε κυβέρνηση, με σκοπό να σταματήσει τις παραδόσεις των συναγωνιστών μας στους Τούρκους και ίσως να μην περνούσαν το υπόλοιπο της ζωής τους, στις σκοτεινές τουρκικές φυλακές.

Χρόνια μετά την παράδοση του Οτσαλάν από την κυβέρνηση Σημίτη, το ελληνικό κράτος, κόντρα στην θέληση του αδελφού ελληνικού λαού, για μια ακόμη φορά έγινε όργανο του τουρκικού καθεστώτος, παραδίδοντας Κούρδους αγωνιστές στους διώκτες τους. Με αφορμή την υπόθεση της αλλοδαπής υπαλλήλου διερωτόμαστε:  αυτοί που το διέπραξαν, – τι σκοπιμότητες εξυπηρετούσαν;

-Θα λογοδοτήσουν ποτέ στον ελληνικό λαό για τις αντεθνικές ενέργειες τους;

Δεσμευόμαστε ότι μέσω της ιστοσελίδας και του περιοδικού μας,  θα είμαστε η φωνή όλων των κυνηγημένων και αδικημένων.

Συντάκτης: Περιοδικό Kurdish Voice, 14/02/2021

Στις 15 Φεβρουαρίου 1999 γράφτηκε μία μαύρη σελίδα στην ιστορία. Το πολιτικό σύστημα της Ελλάδας και συγκεκριμένα οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Σημίτη, παρέδωσαν αμαχητί τον Ηγέτη του Κουρδικού Λαού, Οτσαλάν, στο τουρκικό φασιστικό καθεστώς.

Επρόκειτο για μία διεθνή συνωμοσία και πλεκτάνη, την οποία υποκίνησαν και συμμετείχαν οι σκοτεινότερες δυνάμεις του πλανήτη.

Πρωταγωνιστικό ρόλο στην συνωμοσία διαδραμάτισαν οι ευρωπαϊκές χώρες, αλλά κυρίως οι ΗΠΑ. Τρανή απόδειξη αυτού αποτέλεσε η δήλωση του τότε πρωθυπουργού της Τουρκίας, Μπουλέντ Ετζεβίτ, ο οποίος υποστήριξε ότι «ποτέ δεν καταλάβαμε γιατί μας παρέδωσαν τον Οτσαλάν». Ήταν τα υποχθόνια κέντρα των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών αυτά που απαίτησαν από την τότε Ελληνική κυβέρνηση, την εγκατάλειψη και την παράδοση του Κούρδου Ηγέτη στους τούρκους. Ως αποτέλεσμα αυτής της απόφασης που ήταν αντίθετη με τα εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας, αρκετοί υπουργοί της τότε κυβέρνησης αναγκάστηκαν σε παραίτηση. Ωστόσο παρά το σκάνδαλο, η κυβέρνηση δεν διέθετε την ελάχιστη ευθιξία για να παραιτηθεί, κηλιδώνοντας έτσι όσους συμμετείχαν στην διακυβέρνηση Σημίτη.

Η προδοσία του Οτσαλάν ήταν μία πράξη που αντιβαίνει στην ελληνική πρακτική και παράδοση. Η διαχρονικότητα της ιερότητας του «ικέτη» και του «πρόσφυγα», γεννήθηκε άλλωστε στην Ελλάδα. Ήταν επίσης μια ύπουλη πράξη η οποία επιχείρησε, ανεπιτυχώς, να δημιουργήσει ρήγμα στη βαθιά ελληνοκουρδική φιλία.

Με αυτόν τον τρόπο η «δύση» πρόδωσε τον Οτσαλάν, αγνοώντας και ακυρώνοντας τη Σύμβαση της Γενεύης για τους Πρόσφυγες, τα ανθρώπινα δικαιώματα και κάθε έννοια διεθνούς δικαίου. Η ίδια ασυδοσία συνεχίζεται δυστυχώς μέχρι και σήμερα, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ δεν αντιδρούν στα μαρτύρια που υποβάλλεται ο Οτσαλάν, καταπατώντας έτσι τις ίδιες τους τις αρχές, προδίδοντας τη συνείδησή τους.

Ο «Άπο», βρίσκεται σήμερα κρατούμενος στις απάνθρωπες και βάρβαρες φυλακές υψίστης ασφαλείας του νησιού Ιμραλί – σε ένα κελί μπροστά στο οποίο οι φυλακές του Αλκατράζ και του Γκουαντάναμο φαντάζουν με παράδεισο.

Όπως και άλλοι Κούρδοι πολιτικοί κρατούμενοι στο Ιμραλί, ο Οτσαλάν στερείται βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως οι επισκέψεις από μέλη της οικογένειάς του ή ακόμα και από τους δικηγόρους τους. Αποδεικνύοντας το τουρκικό μένος και τον φθόνο εναντίον του Κούρδου Ηγέτη, το τουρκικό καθεστώς του έχει επιβάλλει την πλήρη απομόνωση στο κελί του, καταπατώντας έτσι και τις διεθνείς συμβάσεις προστασίας των κρατουμένων από βασανιστήρια.

Παρά τις κτηνωδίες και τις βαρβαρότητες του Ιμραλί, ο Ηγέτης των Κούρδων δεν λυγίζει. Συνεχίζει να αντιστέκεται, ενώ με το ήθος, το  σθένος και τη γενναιότητα που επιδεικνύει, αποτελεί πηγή έμπνευσης για όλους τους λαούς που μάχονται για ελευθερία.

Από τη δική τους πλευρά, οι «δυτικοί» ήλπιζαν πως  με την προδοσία του Οτσαλάν, την παράδοσή του σε ένα από τα πιο ανελεύθερα και τυραννικά καθεστώτα του κόσμου, και με την εγκατάλειψή του στο κελί του Ιμραλί, θα μπορούσαν να απαλλαγούν από αυτόν και από την επαναστατική δημοκρατική του ιδεολογία. Παρ’ όλα αυτά, απέτυχαν οικτρά. Όσοι θεωρούσαν τον Οτσαλάν ξεγραμμένο, πιστεύοντας πως με τις δόλιες μεθοδεύσεις τους θα καταπνίξουν το Κουρδικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, απογοητεύτηκαν, ενώ παράλληλα αδυνατούσαν να πιστέψουν τη δική μας αντίδραση.

Η ιδεολογία, το πνεύμα και το όραμα του Οτσαλάν είναι σήμερα πιο ζωντανά από ποτέ. Οι ιδέες του Άπο έχουν τεθεί σε εφαρμογή και μεγαλουργούν στη Ροζάβα (βορειοανατολική Συρία), ενώ αποτελούν υπόδειγμα ειρηνικής και δημοκρατικής συμβίωσης για όλους τους λαούς της Μεσοποταμίας. Σήμερα όσο ποτέ, ο Οτσαλάν έχει αναδειχθεί όχι μόνο ως ο φυσικός ηγέτης του Κουρδικού λαού, αλλά και ως ένας οραματιστής και στοχαστής διεθνούς βεληνεκούς, για ζητήματα δημοκρατίας, δικαιωμάτων, φεμινισμού, περιβαλλοντισμού, κ.ά.

Παράλληλα, ο αδελφός Ελληνικός λαός διψά και αυτός για ελευθερία και δημοκρατία. Οι Ελληνίδες και οι Έλληνες δεν ξεχνούν την προδοσία και την παράδοση του Οτσαλάν. Η άνανδρη αυτή πράξη αποτελεί ανοιχτή πληγή για τον Ελληνισμό, ο οποίος ακόμα και τώρα απαιτεί την απόδοση δικαιοσύνης. Για τον λόγο αυτό καλούμε τους τωρινούς πολιτικούς να μην λησμονήσουν τα τραγικά γεγονότα του 1999, και να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια έτσι ώστε να ενωθούν οι δύο λαοί μας στους κοινούς μας αγώνες.

Συντάκτης: Περιοδικό Kurdish Voice, 04/02/2021

Μετά την ορκωμοσία της νέας ηγεσίας στον Λευκό Οίκο της Ουάσινγκτον, οι εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και της Μ. Ανατολής αναμένονται εξαιρετικά κρίσιμες για τον Κουρδικό και τον Ελληνικό λαό.

Όσον αφορά το Κουρδιστάν, είναι αδιαμφισβήτητο ότι η νέα διακυβέρνηση των ΗΠΑ δεν πρόκειται να αποδειχθεί χειρότερη από την προηγούμενη. Είναι σχεδόν αδύνατον να ξεπεράσει κανείς την κυβέρνηση του τέως προέδρου Τραμπ, ο οποίος δεν δίστασε να εγκαταλείψει τον Κουρδικό λαό, στην κοινή μάχη κατά των τζιχαντιστών του ISIS.

Δεν δίστασε μάλιστα να προδώσει τους Κούρδους αγωνιστές, οι οποίοι ήταν οι μόνοι στη διεθνή συμμαχία κατά των τζιχαντιστών που πρόταξαν τα στήθη τους και πολέμησαν σώμα με σώμα τους μισθοφόρους της Τουρκίας στο Ιράκ και τη Συρία.

Παράλληλα όμως δεν δικαιολογείται και ο ενθουσιασμός για τον νέο κάτοικο του Λευκού Οίκου. Ο Τζο Μπάιντεν θα συνεχίσει δυστυχώς να αδιαφορεί για τις γενοκτονίες και τις κατάφορες παραβιάσεις των δικαιωμάτων, θεωρώντας την Τουρκία έναν στρατηγικό σύμμαχο για τη χώρα του. Αυτό άλλωστε επιτάσσει το εθνικό του συμφέρον, και δυστυχώς οι ΗΠΑ δεν διακρίνονται για το σεβασμό τους στο διεθνές δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Επικοινωνιακά, και για να διαχειριστούν τις παρανομίες του τουρκικού καθεστώτος, η νέα κυβέρνηση Μπάιντεν θα επιχειρήσει να περιορίσει το πρόβλημα στο πρόσωπο του «ασταθή» και ιμπεριαλιστή Ερντογάν, εθελοτυφλώντας και αδιαφορώντας για τις εγκληματικές πρακτικές και νοοτροπίες, οι οποίες όμως έχουν επικρατήσει και κυριαρχούν στο τουρκικό καθεστώς.

Αυτό άλλωστε αποδεικνύει και η υποκρισία των ΗΠΑ αλλά κα της Ευρώπης όσον αφορά την υπόθεση του Αλεξέι Ναβάλνι στη Ρωσία. Ακολουθώντας μία στάση δύο μέτρων και δύο σταθμών, η «Δύση» καταγγέλλει το καθεστώς του Πούτιν, κατηγορώντας τον για την απόπειρα δολοφονίας του Ναβάλνι και για καταστολή των αντιφρονούντων στη χώρα. Παράλληλα όμως, διατηρεί ενοχική σιωπή όσον αφορά τις ακρότητες και τα βάρβαρα εγκλήματα που διαπράττει ο Ερντογάν και το καθεστώς του, σε Συρία, Ιράκ και Τουρκία. Η δε υποκρισία της «Δύσης», επιτρέπει στον Ερντογάν να αγνοεί επιδεικτικά τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, παρέχοντας του έτσι πολιτική κάλυψη και ενθαρρύνοντας την ασυδοσία του.

Έπειτα από δεκάδες εκθέσεις ανθρωπιστικών οργανώσεων, του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, αλλά και του ίδιου του ΟΗΕ, η «Δύση» συνεχίζει να επιβραβεύει το τουρκικό καθεστώς για τα εγκλήματά του.

Μετά την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την άμεση απελευθέρωση των δύο πρώην συμπροέδρων του HDP, Σελαχατίν Ντεμιρτάς και Φιγκέν Γιουκσεκντάγκ, οι οποίοι κρατούνται αυθαίρετα και παράνομα, η τουρκική ελεγχόμενη δικαιοσύνη, αρνήθηκε να εφαρμόσει την δεσμευτική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Προφανώς αυτό συνέβη κατ’ εντολήν του Ερντογάν, τον οποίον ωστόσο δεν έχει τολμήσει έκτοτε να καταγγείλει καμία κυβέρνηση της φερόμενης προοδευτικής «Δύσης».

Σε αυτά τα πλαίσια, είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές και οι τελευταίες εξελίξεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, οι οποίες χαιρετίζονται και υποστηρίζονται από τις ίδιες δυνάμεις και χώρες που παρέχουν πολιτική κάλυψη και επιτρέπουν την επιθετικότητα του Ερντογάν.

Καθώς οι βασικοί δρώντες στην περιοχή περιμένουν τα πρώτα δείγματα της κυβέρνησης Μπάιντεν, ήταν αναμενόμενο πως ο Ερντογάν θα τείνει χέρι φιλίας στις χώρες της Ευρώπης και της Μ. Ανατολής. Η επιθυμία του είναι να διατηρήσει τη διπλωματική ασυλία που του παρέχει η Ευρωπαϊκή Ένωση, κυρίως μέσω της Γερμανίας, και των ΗΠΑ. Ωστόσο, το φιλικό προσωπείο που επιχειρεί να φορέσει με σκοπό τον εξευμενισμό του Τζο Μπάιντεν, αποτελεί μια ξεκάθαρα συγκυριακή και ουδόλως ρεαλιστική πρωτοβουλία. Ο λαός μας βέβαια γνωρίζει πολύ καλά τι εστί Τουρκία, όπως άλλωστε γνωρίζει και ο Ελληνικό λαός. Ως εκ τούτου, η προσέγγιση του Ερντογάν κρίνεται ως προσχηματική και δόλια, και για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να εκληφθεί ως ειλικρινής η προσπάθεια συμφιλίωσής του με την Ελλάδα.

Οι ιθύνοντες οφείλουν να αναλογιστούν την διαχρονική διπροσωπία του τουρκικού καθεστώτος, καθώς και την παραβατικότητα και τον αναθεωρητισμό της γείτονος, παραμένοντας έτσι ιδιαίτερα προσεκτικοί στις λυκοφιλίες των τούρκων. Απώτερος στόχος μας πρέπει να είναι αφενός η δυναμική αντιμετώπιση όσων προκαλούν ένταση και γεωπολιτική αποσταθεροποίηση και αφετέρου η ένωση όλων των λαών της περιοχής που επιθυμούν και μάχονται για ελευθερία, δημοκρατία και δικαιοσύνη.

Καθώς βρίσκεται αντιμέτωπος με αλλεπάλληλες πολιτικές, οικονομικές, πολιτιστικές και ηθικές κρίσεις, ο Ερντογάν αναζητά τρόπους διεξόδου και αναβολής του τέλους που συνειδητοποιεί ότι έρχεται.

Προχωρώντας σε προσχηματικές «μεταρρυθμίσεις» και κινήσεις εντυπωσιασμού στο εσωτερικό, με παράλληλη δίωξη των Κούρδων και λοιπών κοινωνικών ομάδων που αντιστέκονται, το τουρκικό καθεστώς ακολουθεί ταυτόχρονα μια επιθετική διπλωματία στο εξωτερικό, επιλέγοντας πολιτικά πρόσωπα – κλειδιά.

Ο Ερντογάν, με τις αυταρχικές του πράξεις, τις διώξεις και τους πολέμους, πέτυχε να καταστεί η Τουρκία διεθνής παρίας.

Πρόκειται για ένα καθεστώς το οποίο καταδικάζεται από διεθνείς φορείς, όπως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την παράνομη φυλάκιση των δύο συμπροέδρων του HDP, έντεκα βουλευτών, παραπάνω από πενήντα δημάρχους, όπως και την παράνομη κράτηση και φυλάκιση εκατοντάδων λοιπών στελεχών του κόμματος.

Μοναδική σανίδα σωτηρίας του καθεστώτος καθ’ όλη αυτή την περίοδο, υπήρξαν οι στενές και ηθικά αμφισβητούμενες προσωπικές σχέσεις του Ερντογάν, με αντίστοιχα αυταρχικά καθεστώτα όπως αυτό του Ρώσου προέδρου Πούτιν, και του αμφιλεγόμενου απερχόμενου προέδρου των ΗΠΑ, Τραμπ.

Στα ίδια πλαίσια λοιπόν ο Ερντογάν επιλέγει τώρα τη διπλωματία «προσώπων» και απέστειλε τρεις νέους πρέσβεις του σε χώρες κλειδιά, με αποκλειστικό σκοπό την επιβίωση του καθεστώτος.

Μετά από παραπάνω από δύο χρόνια διακοπής των διπλωματικών σχέσεων Τουρκίας και Ισραήλ, ο Ερντογάν πραγματοποιεί τώρα στροφή 180 μοιρών και στέλνει ως νέο πρέσβη στο Τελ Αβίβ τον Ufuk Ulutaş. Πρόκειται για έναν πολιτικό οπαδό του Ερντογάν, της απολύτου εμπιστοσύνης του, ο οποίος σπούδασε Εβραϊκή πολιτική και Μέση Ανατολή στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. Έχοντας αρθρογραφήσει εκτενώς για τη Μέση Ανατολή και την Εβραϊκή ιστορία, ο Ulutaş θεωρείται επίσης και ειδικός στα θέματα του Ιράν.

Η επιθυμία του Ερντογάν είναι προφανής, καθώς επιδιώκει μία τακτική επαναπροσέγγιση με το Ισραήλ, η οποία θα σηματοδοτήσει μία διπλωματική κίνηση που μπορεί να του αποφέρει δύο θετικά αποτελέσματα. Το πρώτο, είναι ο εξευμενισμός του επερχόμενου προέδρου Μπάιντεν, ποντάροντας σε μία επικείμενη Ισραηλινοτουρκική φιλία. Το δεύτερο είναι μια πιθανή συμφωνία οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών μεταξύ της Άγκυρας και του Τελ Αβίβ, κάτι που θα ακύρωνε de facto τη συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ισραήλ και Κύπρου, και που αποτελεί στρατηγικό στόχο του τουρκικού καθεστώτος.

Κάπως έτσι αποκαλύπτεται και ως κίβδηλος ο υποτιθέμενος ρόλος του Ερντογάν ως «υπερασπιστής των Παλαιστινίων και εχθρός του Ισραήλ», τον οποίο πρόβαλε μάλιστα σε έντονους τόνους η τουρκική προπαγάνδα.

Παράλληλα, επενδύοντας για ακόμα μια φορά στην ισχύ και την επιρροή των «προσώπων», ο Ερντογάν επέλεξε ως νέο πρέσβη στη Ουάσιγκτον, τον Murat Mercan. Ο σπουδαγμένος στις ΗΠΑ Mercan, είναι ένας εκ των συνιδρυτών του ΑΚΡ και έχει ως αποστολή του την απόδοση «κλαδιού ελιάς» στο Μπάιντεν εκ μέρους του Ερντογάν. Ως εκ τούτου, η διπλωματία των προσώπων, αποσκοπεί ξεκάθαρα στην επαναπροσέγγιση των ΗΠΑ και την προστασία του τουρκικού καθεστώτος από τη χειρότερη εκδοχή των κυρώσεων που ψήφισε εναντίον του το Αμερικανικό Κογκρέσο.

Την «τριανδρία» των πολιτικών προσώπων – κλειδιών, συμπληρώνει ο νέος πρέσβης του Ερντογάν στη Γαλλία, Ali Onaner. Πρόκειται για έναν προσωπικό φίλο του Γάλλου Προέδρου Μακρόν, ο οποίος θα επιδώσει τα διαπιστευτήριά του στην Γαλλία μετά από τη θητεία του στην Τυνησία, η οποία ως μέλος της francophonie, διαθέτει ιδιαίτερη βαρύτητα για τα γαλλικά συμφέροντα. Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί την προσπάθεια του Ερντογάν να εξομαλύνει τις σχέσεις του και με την Γαλλία, η οποία αποτελεί τον δεύτερο μεγάλο «δυτικό» κίνδυνο για επιβολή κυρώσεων κατά του καθεστώτος.

Στα ανωτέρω πρέπει να συμπεριληφθούν και οι πρόσφατες προσπάθειες επαναπροσέγγισης της Σ. Αραβίας και της Αιγύπτου από τον Ερντογάν. Πρόκειται για κράτη τα οποία μαζί με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, μποϊκοτάρουν την χειμαζόμενη τουρκική οικονομία, γεγονός που απειλεί την πολιτική επιβίωση του Ερντογάν.

Επιχειρώντας λοιπόν μια πλήρη επαναπροσέγγιση των μέχρι τώρα αντιπάλων του, οι οποίοι δύνανται όμως να τον πλήξουν πολιτικά και οικονομικά, ο χρόνος μόνο μπορεί να δείξει κατά πόσο θα αποδώσει η διπλωματία των «προσώπων» του Ερντογάν, ή αν θα αποτύχουν οι προσχηματικοί τακτικισμοί του και οι κινήσεις εντυπωσιασμού, οι οποίες απλώς υποτιμούν την νοημοσύνη των συνομιλητών του.

Τις τελευταίες μέρες ο «δυτικός» κόσμος δέχεται επίθεση από τζιχαντιστές και ακραία στοιχεία. Πρόκειται για σειρά επιθέσεων οι οποίες υποστηρίζονται και χρηματοδοτούνται από γνωστά κέντρα και χώρες της Μέσης Ανατολής.

Η προσωπικότητα που δεσπόζει και βρίσκεται πίσω από τα χτυπήματα, δίχως να ντρέπεται να το ομολογήσει, είναι ο δικτάτορας Ερντογάν. Η στοχοποίηση της «Δύσης» και συγκεκριμένα των Γάλλων, και το κάλεσμα σε εξτρεμιστές μουσουλμάνους να πραγματοποιήσουν επιθέσεις και εγκλήματα, δεν αποτελεί καινοτομία. Αντιθέτως, ο Ερντογάν συνήθιζε να απειλεί εκβιάζοντας τη «Δύση» και κατά το παρελθόν, κάτι το οποίο αποτελεί απόδειξη πως πρόκειται για διαχρονική πρακτική του τουρκικού καθεστώτος.

Μία συνεχής πρακτική η οποία εγείρει εύλογα ερωτήματα. Πώς είναι δυνατόν ο Ερντογάν να απευθύνει κάλεσμα για βίαιες ενέργειες και να μην καταδικάζεται, ούτε σε φραστικό επίπεδο; Πώς είναι δυνατόν, ένας ηγέτης μιας ολόκληρης χώρας, να προκαλεί με τόσο ωμό τρόπο και οι εισαγγελικές αρχές να αδιαφορούν;

Η δικαστική εξουσία όφειλε να κινηθεί αυτεπαγγέλτως κατά του Ερντογάν αλλά δυστυχώς δεν το έπραξε, με αποτέλεσμα η ανθρωπότητα να θρηνήσει και άλλα θύματα σε Γαλλία και Αυστρία, ενώ ο κίνδυνος παραμένει.

Εδώ όμως υπάρχει μια σημαντική διαφορά. Στην προκείμενη περίπτωση ο τούρκος δικτάτορας προκάλεσε με έμμεσο και όχι άμεσο τρόπο τα εγκλήματα και τις επιθέσεις. Αντιθέτως, όταν διέπραττε εγκλήματα και γενοκτονίες εναντίον μας σε Ιράκ και Συρία, το έπραττε ως πρωταγωνιστής των εγκλημάτων, αλλά τότε η «δύση» εθελοτυφλούσε και δεν τόλμησε να μιλήσει κανείς.

Τότε, τα εγκλήματα πολέμου του Ερντογάν κατά των Κούρδων στην νοτιοανατολική Τουρκία – Κουρδιστάν, η εισβολή και τα εγκλήματα στη Ροζάβα – νοτιοανατολική Συρία και στις περιοχές των ανταρτών του ΡΚΚ στο ιρακινό Κουρδιστάν, δεν προκάλεσαν μόνο την απώλεια ανθρώπινων ζωών, αλλά οδήγησαν σε βιαιότητες και τον ξεριζωμό ανθρώπων οι οποίοι ζουν ακόμα και τώρα σαν πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα. Τα εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας κατέληξαν να συνεχίζονται μέχρι σήμερα, με τις τουρκικές – τζιχαντιστικές δυνάμεις κατοχής στα Κουρδικά εδάφη να διαπράττουν βαρβαρότητες και βάναυσες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του λαού μας.

Εν αντιθέσει με τα πρόσφατα λεκτικά καλέσματα εξτρεμιστικής βίας, εναντίον των Κούρδων ο Ερντογάν εμφανιζόταν αυτοπροσώπως στα μέτωπα πολέμου που άνοιγε στις Κουρδικές περιοχές, φορώντας στρατιωτικές παραλλαγές και αποτελώντας τον φυσικό αυτουργό των εγκλημάτων. Η ανοχή σε αυτή την συμπεριφορά μας έφερε στη σημερινή κατάσταση.

Έτσι εκκολάφθηκε το αυγό του φιδιού.

Ταυτόχρονα, η κατάσταση φαντάζει δυσοίωνη και για τα υπόλοιπα ζητήματα που απασχολούν την ανθρωπότητα. Τη στιγμή αυτή, βιώνουμε όλοι μας τη δυσχερή συγκυρία με τον κορονοϊό, αντιμετωπίζοντας ένα αβέβαιο μέλλον με ανυπολόγιστες συνέπειες στον οικονομικό τομέα αλλά και στον ίδιο τον τρόπο ζωής μας.

Παράλληλα οι λαοί συνεχίζουν να δοκιμάζονται, βρισκόμενοι στο έλεος των αυταρχικών ηγετών της περιοχής. Ο πόλεμος στο Ναγκόρνο Καραμπάχ προκάλεσε σημαντικές απώλειες ζωών αλλά και εδαφών για την Αρμενία. Την ίδια στιγμή, τα πρόσφατα προσυμφωνημένα χτυπήματα της Ρωσίας κατά των μισθοφόρων τζιχαντιστών της Τουρκίας στο Ιντλίμπ της Συρίας, υποδηλώνουν πως οι βασικοί παίκτες της διένεξης βρίσκονται σε συνεννόηση και συνομιλούν εις βάρος των ελεύθερων λαών της περιοχής.

Στο τραπέζι για ακόμα μια φορά, τίθεται από τους Ερντογάν και Πούτιν, το μέλλον του Κουρδικού Αγώνα. Τολμούν και διαπραγματεύονται διά της απουσίας μας, παζαρεύοντας εις βάρος του Κουρδικού λαού, ωστόσο τα τυραννικά τους σχέδια είναι καταδικασμένα να αποτύχουν.

Οι κινήσεις των δικτατορικών δυνάμεων της περιοχής συντάσσονται κατά του Κουρδικού Αγώνα καθώς η ανένδοτη αντίστασή μας αποτελεί γι’ αυτούς θανάσιμη απειλή.

Τα αυταρχικά καθεστώτα σε Ιράν, Ιράκ, Τουρκία και Συρία προσπαθούν να πλήξουν τον αγώνα και τις μέχρι τώρα κατακτήσεις μας, αλλά οι ηρωικές νίκες του Κουρδικού λαού προκαλούν την ελπίδα και αποτελούν θρυαλλίδα εξελίξεων για την απελευθέρωση όλων των λαών της περιοχής. Και αυτό δεν μπορεί να ανατραπεί.

Η Τουρκία δεν αποτελεί πλέον μόνο πρόβλημα των Κούρδων ή των Ελλήνων. Δεν είναι μια απειλή κατά της Συρίας, της Λιβύης, του Ισραήλ, της Αιγύπτου, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, ή της Σ. Αραβίας.

Μετά και από τις τελευταίες εξελίξεις, η Τουρκία έχει εξελιχθεί σε ένα μείζον ευρωπαϊκό πρόβλημα το οποίο αφορά όλους τους εμπλεκόμενους παίκτες στην περιοχή – μικρούς και μεγάλους. Βασικό θέμα της πρόσφατης Ευρωμεσογειακής διάσκεψης (MED7), ήταν η αντιμετώπιση της τουρκικής επιθετικότητας και απειλής στη Μεσόγειο. Αν και η Γαλλία παραμένει ως η αιχμή του δόρατος κατά του τουρκικού ιμπεριαλισμού, σαφέστατα δεν είναι η μόνη, και σε αυτό συνηγορούν οι δηλώσεις στήριξης σε Ελλάδα και Κύπρο, από τα λοιπά μεσογειακά Ευρωπαϊκά κράτη – Ιταλία, Μάλτα, Πορτογαλία και Ισπανία. Ταυτόχρονα, η επιθετικότητα που εκδηλώνει το τουρκικό καθεστώς, ξυπνά τα αντανακλαστικά σημαντικών χωρών της Ανατολικής Μεσογείου και της μέσης Ανατολής, όπως είναι η Αίγυπτος, το Ισραήλ, η Σ. Αραβία κ.α.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Γάλλος πρόεδρος Μακρόν, σε ανάρτησή του στο Twitter, η οποία έγινε και στα τουρκικά, ανέδειξε την ευρωπαϊκή πλέον φύση του τουρκικού προβλήματος, υπογραμμίζοντας πως την διαχείριση του θέματος πρέπει από εδώ και στο εξής να την επωμιστεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ενώ παράλληλα επικαλέστηκε εν συνόλω το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, και την ανάγκη να αναλάβει τις ευθύνες του. Μάλιστα, με την σαφή επίκληση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο Μακρόν ανέδειξε πως η Τουρκία αποτελεί πρωτίστως, πρόβλημα της Ευρώπης – ένα πανευρωπαϊκό πρόβλημα.

Υπερθεματίζοντας, ο Εμανουέλ Μακρόν, στη συνέντευξη τύπου λίγο πριν την έναρξη της διάσκεψης, κάλεσε την Ευρώπη να έχει μια «πιο ενιαία και ξεκάθαρη» φωνή απέναντι στην Τουρκία, η οποία σύμφωνα με τον ίδιο, «δεν είναι πλέον εταίρος στην ανατολική Μεσόγειο».

Βέβαια, καθώς παρατηρούμε τις εν λόγω εξελίξεις στην Ευρώπη και ευρύτερα στην «Δύση» αυτή την περίοδο, οφείλουμε να υπογραμμίσουμε, πως ο Ερντογάν είχε ήδη ξεκινήσει από το 2015 τις παράνομες επιθέσεις του κατά των Κούρδων, εντός της Τουρκίας. Συγκεκριμένα, πριν από πέντε χρόνια, στις κουρδικές πόλεις Cizre, Şirnak, Sur και Silopi, ο τούρκος πρόεδρος διεξήγαγε παράνομες επιχειρήσεις που περιλάμβαναν βάρβαρες και εγκληματικές επιθέσεις εναντίον του άμαχου πληθυσμού, διώξεις και φυλακίσεις πολιτικών και δημοσιογράφων (με τους δύο συμπροέδρους του HDP, βουλευτές και 6.000 μέλη του κόμματος να παραμένουν φυλακισμένοι μέχρι σήμερα), εισβολές με άρματα και τεθωρακισμένα οχήματα στις γειτονιές, σκοτώνοντας χιλιάδες, καίγοντας ανθρώπους ζωντανούς μέσα στα ίδια τους τα σπίτια.

Τότε, ολόκληρη η «Δύση» εθελοτυφλούσε και παρέμεινε σιωπηλή, ενώ η Ελληνική κυβέρνηση έφτασε στο σημείο να υποδεχθεί στρώνοντας κόκκινα χαλιά στον σφαγέα και δικτάτορα Ερντογάν, στην πρωτεύουσα της χώρας που γέννησε τη δημοκρατία. Όχι μόνο δεν τον σταμάτησαν, ούτε καν τον καταδίκασαν, αλλά αντιθέτως τον τίμησαν κιόλας. Έπειτα ακολούθησε η εισβολή στη Συρία – στη Ροζάβα, στο Νότιο Κουρδιστάν (Ιράκ), στη Λιβύη, στην Κύπρο και στο Αιγαίο. Έστω και καθυστερημένα, και αφού η Τουρκική επιθετικότητα κινδυνεύει να προκαλέσει ευρύτερη ανάφλεξη στην Ανατολική Μεσόγειο, επιτέλους η «Δύση» άρχισε να αντιλαμβάνεται, την εξ ανατολών απειλή.

Χρειάστηκε μια σειρά από απεχθή εγκλήματα για να συνειδητοποιήσει η Ευρώπη πως οφείλει να σταματήσει τον Ερντογάν, πριν να είναι πολύ αργά.

Ορθώς λοιπόν η Γαλλία σταματά να θεωρεί την Τουρκία νόμιμο εταίρο της «Δύσης» στην ευρύτερη περιοχή. Εύστοχα επίσης, ο Γάλλος πρόεδρος περιόρισε τις αναφορές του στον Ερντογάν, λέγοντας πως για εμάς το πρόβλημα δεν είναι ο τουρκικός λαός, αλλά ο τούρκος πρόεδρος και το καθεστώς που συντηρεί τις πολεμοχαρείς και γενοκτόνες πολιτικές της Άγκυρας. Τέλος, όπως υπογραμμίζει ο Μακρόν, η Τουρκία με τις τελευταίες ενέργειές της, «διέβη τον Ρουβίκωνα» και γι’ αυτό δεν προβλέπεται εξομάλυνση στις διμερείς σχέσεις Τουρκίας και «Δύσης».

Ωστόσο, αξίζει να τονισθεί ότι τα ανωτέρω δεν ξεκίνησαν να συμβαίνουν τώρα. Η ιμπεριαλιστική πρακτική της Τουρκίας είναι διαχρονική και σταθερή και δεν πρέπει να αφήνει έκπληκτο κανέναν Ευρωπαίο πολίτη. Πάνω σε αυτό το δεδομένο, ας ελπίσουμε ότι η Ευρώπη έχει πάρει πλέον το μάθημά της, συνειδητοποιώντας επιτέλους πως ο Ερντογάν αποτελεί θανάσιμο κίνδυνο και απειλή για όλους μας.

Συντάκτης: Περιοδικό Kurdish Voice, 27/09/2020

Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά, η «Φωνή του Κουρδιστάν» επιστρέφει ως «Φωνή των Κούρδων». Με μεγάλη μας χαρά σας καλωσορίζουμε στην επανέκδοση του περιοδικού μας, μιας καθαρής, ανεξάρτητης και αμερόληπτης φωνής του Κουρδικού λαού στην Ελλάδα. Η «Φωνή των Κούρδων» επιστρέφει, σε μία ιστορική στιγμή και συγκυρία για τον Ελληνικό και τον Κουρδικό λαό.

Τι μας οδήγησε να ξεκινήσουμε την παρούσα έκδοση; Σίγουρα οι στενοί δεσμοί μεταξύ των δύο λαών αποτέλεσαν το έναυσμα της νέας αυτής προσπάθειας. Εξίσου σημαντική αφορμή της επανέκδοσης, υπήρξε και το τεράστιο κενό στην ενημέρωση των Ελλήνων πολιτών σχετικά με το Κουρδικό ζήτημα. Η ενημέρωση της κοινής γνώμης για το Κουρδικό στις μέρες μας είναι δυστυχώς ανύπαρκτη, ακόμα και από τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα που αυτοπροσδιορίζονται ως «δημοκρατικά» και «ανεξάρτητα». Δυστυχώς, κάποια εξ αυτών κατέληξαν μέχρι και να αναδημοσιεύουν αυτούσια τα δελτία τύπου που εκδίδει το υπουργείο εξωτερικών της Τουρκίας για το ζήτημα. Το πρόβλημα κατέστη ιδιαίτερα μείζον τα τελευταία χρόνια, όπου το Κουρδικό εμφανίστηκε ως απαγορευμένο ζήτημα,ενώ επιχειρήθηκε η φίμωση και περιθωριοποίησή του.

Φιλοδοξούμε με την νέα έκδοση του περιοδικού μας, όχι απλώς να καλύψουμε το υφιστάμενο κενό, αλλά να ανατρέψουμε την έως τώρα πολιτική αδιαφορίας και φίμωσης απότα Μ.Μ.Ε. και τον πολιτικό κόσμο, επαναφέροντας το Κουρδικό ζήτημα στο προσκήνιο, παρέχοντας αποκλειστική, αντικειμενική και αδέσμευτη ενημέρωση στον αδερφικό Ελληνικό λαό, από την πηγή και από την καρδιά του αγώνα.

Το έργο μας κρίνεται δε ιδιαίτερα επίκαιρο, καθώς βιώνουμε μία κρίσιμη περίοδο για την περιοχή, ενώ ως λαός, βρισκόμαστε μέχρι και σήμερα υπό κατοχή, υπό διωγμό και καταπίεση από τα καθεστώτα του Ιράν και της Συρίας. Ταυτόχρονα, έχουμε βιώσει από κοινού τα εγκλήματα, τις σφαγές και τη γενοκτονία της Τουρκίας, η οποία συνεχίζεται αμείωτη μέχρι και σήμερα. Η δε διαρκής Τουρκική παραβατικότητα και επιθετικότητα, δρα αποσταθεροποιητικά στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Απέναντι σε αυτές τις προκλήσεις και τον αναθεωρητισμό, βρίσκονται όλοι οι λαοί οι οποίοι επιθυμούν να διαβιούν με ασφάλεια και ειρήνη στην περιοχή. Έλληνες και Κούρδοι ομονοούμε στη μάχη υπέρ της φιλίας των λαών και μοιραζόμαστε το ίδιο όραμα για τις πατρίδες μας.

Έχοντας την ατυχία να ζούμε στην πιο δεινή περιοχή του κόσμου, την Μεσοποταμία, το Κουρδιστάν βρίσκεται διαρκώς πολιορκούμενο από την Τουρκική βαρβαρότητα όπως αντιστοίχως απειλείται διαχρονικά και ο Ελληνισμός. Αποτελεί λοιπόν βαθιά μας πεποίθηση, πως οι δοκιμασίες του Κουρδικού λαού, ενδιαφέρουν τις Ελληνίδες και τους Έλληνες, με τους οποίους μοιραζόμαστε κοινά βιώματα και κοινές προκλήσεις. Επιπροσθέτως, ο Ελληνικός λαός αντιλαμβάνεται και γνωρίζει όσο κανείς τι εστί ξεριζωμός, και τι εστί προσφυγιά. Τι σημαίνει να είσαι υπό διωγμό, και πρόσφυγας στην ίδια σου την πατρίδα. Αντιστοίχως, ο Ελληνισμός μέσω του έπους της Ελληνικής Επαναστάσεως αναγνωρίζει και τιμά τους δίκαιους αγώνες για εθνική ανεξαρτησία και απελευθέρωση.

Μοιραζόμαστε λοιπόν κάτι πολύ ισχυρό, το οποίο μας ενώνει με άφθαρτους δεσμούς φιλίας και κοινού πεπρωμένου. Γι’ αυτό και γνωρίζουμε πως ο Ελληνικός λαός μας στηρίζει, είναι δίπλα μας, και θα συνεχίσει να είναι δίπλα μας στο αγώνα για δημοκρατία και ελευθερία.

Στην ιστοσελίδα μας θα βρείτε ποικιλία ειδήσεων και αφιερωμάτων που άπτονται θεμάτων ιστορίας, ελευθερίας, δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πρόκειται για επίκαιρα και διαχρονικά ζητήματα τα οποία παρέχουν μια εναλλακτική αλλά και πρωτογενή ματιά στις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις που ενδιαφέρουν τους Έλληνες.

Σας ευχαριστούμε για την εμπιστοσύνη σας, και σε αυτό το ταξίδι που ανοίγεται μπροστά μας, σας καλούμε να θυμηθείτε μαζί μας τα λόγια του ήρωα, Θεόφιλου Γεωργιάδη, ενός υπερήφανου Έλληνα πατριώτη ο οποίος υποστήριξε το δίκαιο του Κουρδικού Αγώνα μέχρι την τελευταία του πνοή, και υποστήριζε πως «η Ειρήνη στο Αιγαίο περνάει από τα βουνά του Κουρδιστάν».